
Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν αναζητώντας τη διαλεκτική διάσταση της κυριαρχίας αναφέρεται σε ένα περιστατικό εικονοποιίας που απεικονίζει τον τυφλό και τον παραλυτικό
κείμενο – Απόστολος Αποστόλου*
Για κάποιους όλη αυτή η ανάλυση του Λακάν ήταν ένα αστείο που ξεκίνησε από μια θεματική εικονογραφία του 15ου αιώνα της σχέση μεταξύ του παραλυτικού και του τυφλού. Στην εικονογραφία του 15ου αιώνα, οι απεικονίσεις του «Παραλυτικού και του Τυφλού» αναφέρονταν συνήθως στη βιβλική σκηνή του Ιησού που θεράπευε τα παραπάνω άτομα, έτσι όπως αναπαρίστανται σε κύκλους τοιχογραφιών και σε πίνακες ζωγραφικής.
Αυτές οι εικόνες χρησίμευαν ως ισχυρές υπενθυμίσεις της δύναμης του Ιησού να θεραπεύει τόσο σωματικές, όσο και πνευματικές ασθένειες και όλη αυτή η θεματική χρησιμοποιήθηκε για να απεικονίσει θέματα συμπόνιας, πίστης και λύτρωσης.
Ο τυφλός και ο παράλυτος συχνά απεικονίζονταν μαζί, συμβολίζοντας την πνευματική τύφλωση της ανθρωπότητας και την αδυναμία της να περπατήσει στο μονοπάτι της δικαιοσύνης χωρίς θεϊκή παρέμβαση.
Το παραπάνω θέαμα με τη μορφή ενδεχομένως του αστείου χρησιμοποιήθηκε από τον Λακάν για να δείξει αρχικά πως ο παραλυτικός και ο τυφλός συνεργάζονται για να πλοηγηθούν μέσα από έναν συνδυασμό των αναπηριών τους.
Ο παραλυτικός κουβαλάει στους ώμους του τον τυφλό, ενώ ο τυφλός παρέχει το όραμα. Αυτή η συνεργασία δείχνει πώς τα άτομα, ακόμη και με φαινομενικούς περιορισμούς, μπορούν να βρουν τρόπους να λειτουργήσουν βασιζόμενα στα δυνατά σημεία του άλλου.
Ο Λακάν αποδεικνύει έτσι ότι στην πραγματικότητα ακόμη και μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες και κυρίως από τη συμβολική τάξη των πραγμάτων. Ακόμη και μια αυτάρκης οντότητα, βασίζεται πάντα στους άλλους.
Αυτή η σχέση αναφέρεται στη δυναμική μεταξύ του υποκειμένου και του «Άλλου». Έτσι λοιπόν, ο «παράλυτος» αντιπροσωπεύει το υποκείμενο που δεν μπορεί να δράσει μόνο του, στην πραγματικότητα και ο «τυφλός» είναι ο «Άλλος» που εμποδίζει την όραση του υποκειμένου. Αυτή η σχέση είναι θεμελιώδης για την κατανόηση του πώς συγκροτείται το υποκείμενο και πώς το υποκείμενο σχετίζεται με τον εξωτερικό κόσμο, ιδιαίτερα μέσω της γλώσσας και του ασυνείδητου.
Ο Ζακ Λακάν χρησιμοποιεί συχνά μεταφορές για να επεξηγήσει σύνθετες θεωρητικές έννοιες.
Ο παραλυτικός περιορίζεται στις πράξεις του, ενώ ο τυφλός αντιπροσωπεύει το «Άλλο», δηλαδή, τον «τόπο» της γλώσσας και του ασυνείδητου, όπου επιβάλλει τις δομές του υποκείμενου.
Ο τυφλός, με την λακανική έννοια, δεν είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά ο «μεγάλος Άλλος», η συμβολική μήτρα που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τον κόσμο.
Σε αυτή τη σχέση, ο παραλυτικός εξαρτάται από τον τυφλό για καθοδήγηση. Ο τυφλός, με τη σειρά του, παρέχει ένα πλαίσιο, ένα σύστημα νοηματοδότησης που επιτρέπει στον παραλυτικό να υπάρχει ως υποκείμενο.
Εν ολίγοις, η σχέση μεταξύ του παραλυτικού και του τυφλού είναι μια μεταφορά που απεικονίζει την εξάρτηση του υποκειμένου από τον «Άλλο» και την αδυναμία του, απέναντι στη γλώσσα και το ασυνείδητο.
Αυτή η σχέση είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της σύστασης του υποκειμένου και της σχέσης του με τον κόσμο. Υπάρχουν και ερμηνείες οι οποίοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για τη σχέση αφέντη – δούλου. Εδώ έχουμε έναν τυφλό αφέντη ο οποίος λειτουργεί ως το «κυρίαρχο Άλλο» του παραλυτικού δούλου.
Η νοηματοδότηση του δούλου προέρχεται από το «Άλλο» που είναι ο αφέντης. Έτσι λοιπόν, ο παραλυτικός κυριαρχείται από το «τυφλό βλέμμα» του αφέντη που διαπερνά το υποκείμενο του παραλυτικού και τον καθοδηγεί.
*Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Ο Ζακ Λακάν (1901–1981) υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές και πρωτοποριακές μορφές της ψυχανάλυσης του 20ού αιώνα. Γάλλος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, ο Λακάν επιχείρησε μια “επιστροφή στον Φρόυντ”, αναδεικνύοντας τη γλωσσική διάσταση του ασυνείδητου και προτείνοντας νέες θεωρητικές έννοιες που επηρέασαν καθοριστικά τη σύγχρονη σκέψη.
Ανάμεσα στις κεντρικές του ιδέες ξεχωρίζουν η θεωρία του “σταδίου του καθρέφτη”, σύμφωνα με την οποία το εγώ διαμορφώνεται μέσω της ταύτισης με την εικόνα του εαυτού, και η τριμερής διάκριση του ψυχικού πεδίου σε Φαντασιακό, Συμβολικό και Πραγματικό. Ο Λακάν υποστήριζε ότι “το ασυνείδητο είναι δομημένο όπως η γλώσσα”, εντάσσοντας τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία και τη μαθηματική λογική στη ψυχαναλυτική θεωρία.
Η διδασκαλία του μέσω των περίφημων Σεμιναρίων του επηρέασε βαθιά την ψυχανάλυση, αλλά και τομείς όπως η φιλοσοφία, η λογοτεχνική θεωρία και οι πολιτισμικές σπουδές. Αν και συχνά αμφιλεγόμενος λόγω του δυσνόητου ύφους του, ο Λακάν παραμένει μια μορφή-κλειδί για την κατανόηση του ανθρώπινου ψυχισμού.










