Κατερίνα Γώγου – Ο πραγματικός κόσμος την στένευε. Έτσι λένε. Ποιος είναι ο πραγματικός κόσμος; Αυτό ποιος τολμά ν’ απαντήσει;

Η ηθοποιός και ποιήτρια γεννήθηκε την 1 Ιουνίου 1940 και πέθανε στις 3 Οκτωβρίου 1993. Και τα δύο συνέβησαν στην Αθήνα.

Η Γώγου μπήκε με τη φόρα του ανέμελου κοριτσιού στο σινεμά. Ο ρόλος της εθισμένης στην αταξία δεσποινίδος τής πήγε πολύ. Εμφανίστηκε σε μπλοκμπάστερ της δεκαετίας του 1960, όπως: Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, Μια τρελή τρελή οικογένεια, Παπατρέχας, Το πιο λαμπρό αστέρι.

Η Γώγου κέρδισε το Βραβείο Α΄ Γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για την ταινία Το βαρύ πεπόνι (1977) του Παύλου Τάσιου. 

Το βλέμμα της είχε εκείνη τη θλίψη του ανθρώπου που αναζητά, διαχρονικά, περισσότερα απ’ όσα προορίζονταν να του δοθούν. Βαθιά εύθραυστη, αναζήτησε έξοδο έκφρασης στην ποίηση. Το 1978 κυκλοφόρησε την ποιητική της συλλογή Τρία Κλικ Αριστερά (Εκδόσεις Καστανιώτη). Ακόμα και το κοινό που δεν είχε εξοικειωθεί με τη σύγχρονη ποίηση το λάτρεψε. Εκεί η Γώγου, “κυκλοφορώντας” τον ίδιο της τον εαυτό, άνοιγε ένα παράθυρο σκληρού ρεαλισμού. Η αστική καταπίεση, η ολότητα της κρατικής εξουσίας, η ακύρωση της νεολαίας και ο δικός της αγώνας απέναντι στην περιθωριοποίηση, οι προσωπικές της τρικυμίες ήταν θέματα που ακουμπούσε με εξαιρετική μαύρη λεπτότητα. Το βιβλίο κυκλοφόρησε και στην Αμερική το 1983. 

Το εξώφυλλο του βιβλίου της Κατερίνας Γώγου Τρία Κλικ Αριστερά

Η Κατερίνα Γώγου υπήρξε μια ποιήτρια που δεν άντεξε ποτέ να φορέσει «κανονικά ρούχα». Από τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο, με τα φωτεινά μάτια και το ατίθασο χαμόγελο, έμοιαζε να κρύβει πίσω από την τρυφερή της όψη μια άλλη φωνή – σκληρή, ωμή, βαθιά πολιτική. Αυτή η φωνή βρήκε διέξοδο στα ποιήματά της, εκεί όπου η καθημερινή ασφυξία, η μοναξιά της πόλης, η βία των θεσμών και η απουσία ελπίδας γίνονταν λέξεις που έσπαγαν κόκαλα.

Η Γώγου ήταν παιδί της αμφισβήτησης. Ανήκε στους δρόμους, στα υπόγεια, στις παρέες που έψαχναν έναν άλλο κόσμο. Η ποίησή της δεν έντυνε τον πόνο με μεταφορές· τον άφηνε γυμνό, αληθινό, σαν πληγή που δεν κλείνει. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον θυμό υπήρχε πάντα μια κρυφή τρυφερότητα, μια νοσταλγία για τη ζωή που δεν της χαρίστηκε.

Ο θάνατός της, το 1993, δεν ήρθε σαν ξαφνικό γεγονός· ήταν σαν να τον κουβαλούσε χρόνια μέσα της, σαν να έγραφε προοικονομίες σε κάθε ποίημά της. Η Κατερίνα Γώγου έφυγε με τον ίδιο τρόπο που έζησε: στα άκρα, παλεύοντας με τους δαίμονες, σε μια κοινωνία που δεν άντεχε να την κοιτάξει στα μάτια. Οι συνθήκες του τέλους της – μια αυτοκτονία που δεν ήταν απλώς προσωπική, αλλά και βαθιά πολιτική πράξη – σφράγισαν τον μύθο της.

Σήμερα, το έργο της εξακολουθεί να μιλά για όσους δεν βολεύονται, για όσους αρνούνται να συμφιλιωθούν με μια πραγματικότητα που καταπίνει τις ψυχές. Η Κατερίνα Γώγου δεν «έφυγε». Παραμένει εκεί όπου υπάρχουν ακόμη φωνές που φωνάζουν «τρία κλικ αριστερά».

“Οι αστυνόμοι παγιδευμένοι απ’ το περίστροφο

οι γυναίκες απ’ το φύλο τους

ή δικαιοσύνη απ’ τούς νόμους

οι οργανώσεις απ’ τις φράξιες

οι γιατροί απ’ τα ηλεκτροσόκ.

Ναι. Να πάμε στο ‘Ίλιον το βράδυ.

Οι ήρωες εκεί έχουνε κόκκινα μάγουλα

και πάντα νικάνε στο τέλος.”