
Γιώργο Σίμωνα, τι έχεις να πεις πριν την «Κατάρρευση»; Αν ταυτίστηκα; Ναι, βέβαια. Όπως είπα, πάντα ήξερα ότι κάποια στιγμή θα φτάσω στον Φιτζέραλντ. Αυτό το οποίο έχει τεράστιο ενδιαφέρον είναι ότι είναι ένα κείμενο το οποίο ουσιαστικά μιλάει για την αγωνία του καλλιτέχνη, για την καταστροφή της τέχνης, για το πώς εκφράζεται ο καλλιτέχνης σε σχέση με τη ζωή και απέναντι στο σύστημα. Το πώς, ας πούμε, η ζωή αδικεί ή όχι τον καλλιτέχνη ως σύγχρονο, ως καταναλωτικό προϊόν. Οπότε και αυτή η αγωνία του καλλιτέχνη να μιλήσει για τον εαυτό του, να πει τα πράγματα που θέλει κι όμως πνίγεται, αυτό νομίζω ότι είναι και το βασικό θέμα του έργου. Εγώ πιστεύω ότι αυτό ακριβώς με κίνησε.
Λίγο πριν από τον αιφνίδιο θάνατό του, ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ έγραψε την «Κατάρρευση» — ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο ωμής ειλικρίνειας, όπου ο μύθος του αμερικανικού ονείρου υποχωρεί και απομένει ο άνθρωπος απέναντι στα όριά του.
Ο Γιώργος Σίμωνας επιστρέφει σε αυτό το σκοτεινό, αντιφατικό κείμενο και το μεταφέρει στη σκηνή του θεάτρου Rabbithole ως μια ελεύθερη θεατρική διασκευή της πτώσης ενός συγγραφέα, αλλά και ως σχόλιο για την αγωνία του καλλιτέχνη μέσα σε ένα σύστημα που απαιτεί διαρκώς να μετατρέπεται σε προϊόν.
Βρεθήκαμε με τον Γιώργο Σίμωνα να «τα πούμε» για το έργο σε ένα καφέ σε έναν πεζόδρομο κάπου στο Μεταξουργείο. Δεν καταφέραμε να «πούμε» απολύτως τίποτα. Τα είπε όλα μόνος του. Με ένα λόγο χειμαρρώδη, γεμάτο ενθουσιασμό και σπίθα για το όλο εγχείρημα. Δεν είναι καθόλου εύκολος ο Φιτζέραλντ. Και ο Γιώργος Σίμωνας μισεί τις ευκολίες.
Και τα είπε όλα. Για το έργο, τον συγγραφέα την παράσταση, τους συντελεστές, την ατμόσφαιρα.
Εγώ, ένα παραλειπόμενο της συνάντησης έχω – κατ΄απαίτησή του- να σας πω. Όταν, τελειώνοντας τη συνέντευξη, πήγα στην τουαλέτα και βγαίνοντας του ανακοίνωσα γελώντας τον τίτλο της, η αντίδραση ήταν άμεση «Θέλω να το γράψεις, αυτό. Ότι τον βρήκες σε μια “ώρα δύσκολη”». Γιατί ο Γιώργος Σίμωνας, παίρνει, στ’ αλήθεια, πολύ σοβαρά τα αστεία. Και το ανάποδο. Όπως ακριβώς ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ
- Η «Κατάρρευση» είναι ένα μικρό κειμενάκι που έβγαλε ο Φιτζέραλντ το 1936, τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει, χωρίς να ξέρει φυσικά ότι πρόκειται να πεθάνει μιας και πέθανε ξαφνικά από ανακοπή καρδιάς. Και είναι ένα τρίπτυχο δοκίμιο, το οποίο το έβγαλε στο Esquire, το περιοδικό, τότε, σε τρεις συνέχειες. Και είναι κάτι σαν αυτοβιογραφικό δοκίμιο, δηλαδή ουσιαστικά μιλάει για τον εαυτό του, για τη ζωή του, τι πέρασε, τι είδε, την πίκρα που του έχει μείνει, την αλλαγή της συνείδησης του γενικότερα. Είναι σαν ένα στόρυ της ζωής του, μια παράθεση σε πρώτο πρόσωπο από τις μνήμες του… Αυτό, λοιπόν, αργότερα βγήκε σαν ένα ολόκληρο κείμενο, με την ονομασία «The Crack-Up» που μεταφράζεται ως ράγισμα ή ως κατάρρευση αναλόγως. Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει σε 4-5 εκδόσεις διαφορετικές. Είναι ένα αρκετά πικρό κείμενο. Γράφει για κάποια πράγματα έχει μετανιώσει πια, σε άλλα σημεία περιγράφει το πόσο καλός και αγαθός είναι, την ίδια στιγμή που υπόσχεται πως πρόκειται να αλλάξει και να γίνει πιο κυνικός. Όλα αυτά βέβαια μέσα και την επήρεια του αλκοολισμού, ένα μεγάλο βάσανο της ζωής του.
- Υπάρχουν όλες του οι ιστορίες, οι οποίες ας πούμε ότι είναι γνωστές, αλλά τις αναφέρει με έναν πλάγιο τρόπο, έτσι ώστε για να μην εκτεθεί. Για παράδειγμα, η γυναίκα του το 1936 ήταν ήδη στο σανατόριο στην Ελβετία με σχιζοφρένεια. Η κόρη του είχε ήδη γεννηθεί, είχε μεγαλώσει κάπως. Περιγράφει τα θέματα του με τον αλκοολισμό, με την αϋπνία. Υπάρχουν δηλαδή διάφορες ιστορίες που λέει για τη ζωή του πλάγια.., Δεν υπάρχει χρονολογική ή κάποια γραμμική σειρά.. Είναι κάτι σαν λεύκωμα, σαν να περιγράφει πράγματα της ζωής του εδώ κι εκεί.
- Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι γράφει σαν να ήξερε ότι πεθαίνει. Εγώ δεν το πιστεύω βέβαια αυτό. Απλώς μιλάμε για έναν μανιοκαταθλιπτικό πια άνθρωπο και βαθιά αλκοολικό. Αναφέρει διάφορα πράγματα από το κολέγιο και πράγματα που δεν κατάφερε να κάνει, την ελονοσία που πέρασε και φυσικά τις αποτυχίες.Είχε πολλούς πολέμιους στο αμερικανικό σύστημα Πάρα πολλούς, παρότι είχε και μερικούς πάρα πολύ δυνατούς φίλους. Ας πούμε ο Χέμινγκγουέι, που είναι νεότερος του, ήταν πολύ φίλος του και θεωρείται και ότι υπήρξε για’ αυτόν ένα είδος μέντορα, παρότι ο Χέμινγκγουέι γράφει πολύ διαφορετικά.
Ένα έργο που θέλω ο θεατής να το δει να συμβαίνει δίπλα του
- Γιατί ο Φιτζέραλντ πέθανε ενώ είχε ξεβάψει η «μπογιά του». Δηλαδή όταν έβγαλε τον Γκάτσμπυ, κάτι που δεν το ξέρουν πάρα πολλοί, ο Γκάτσμπυ δεν πήγε καλά. Πήγε μέτρια ως κακά όπως και το επόμενό και το επόμενό του. Κάπως έτσι ο Φιτζέραλντ έγραψε μόνο τέσσερα μυθιστορήματα. Όλα τα άλλα είναι μικρά διηγήματα που είναι «ιδιοσυγγραφικά». Το επόμενό του, το «Τρυφερή, είναι η νύχτα» δεν το πρόλαβε να δει την επιτυχία του. Γιατί όταν βγήκε είχε μπλέξει με φήμες και νομίζω και με δικαστικά έκτροπα, γιατί λέγανε ότι το είχε κλέψει από το ημερολόγιο της γυναίκας του, ότι εκείνη έγραψε τις εμπειρίες της μαζί του και τις καρπώθηκε αυτός, κάτι που δεν ισχύει φυσικά. Οπότε πέθανε και με πολλά χρέη και φτωχός, θεόφτωχός. Και μάλιστα κάτι το οποίο το χρησιμοποιώ σαν έναρξη του έργου στη διασκευή που έχω κάνει, πήγε όπως και ο Έλιοτ, επίσης όπως πολλοί Αμερικανοί, επιχείρησε να γράψει σενάριο αλλά δεν τα κατάφερε. Πως να ξεφύγεις από την «ιστοριογραφία» και να μεταπηδήσεις στο σενάριο… Και πήγε, σαν αυτό που λέμε «άπατος».
- Εγώ όταν βρήκα την «Κατάρρευση», τη βρήκα εντελώς κατά τύχη. Ακολουθούσα πολλά χρόνια, βλέπεις, τους Αμερικανούς, είχα διαβάσει τα λεγόμενα βασικά του έργα και ήξερα ότι κάποια στιγμή θέλω να κάνω Φιτζέραλντ, αλλά για να είμαι ειλικρινής δείλιαζα να κάνω τα «μεγάλα του» – το θεωρώ αυτοκτονία. Έχουν περισσότερο ζουμί τα μικρά του, όπως ο «Μπέντζαμιν Μπάτον» που έγινε και η ταινία. Το βρήκα το βιβλιαράκι εντελώς κατά τύχη στο βιβλιοπωλείο και καθώς το διάβασα, είχε πολύ ενδιαφέρον να περιγράψω ακριβώς αυτό που λέει αυτός, δηλαδή την ιστορία ενός ανθρώπου, σε μια χρονική θεατρική σειρά.
- «Τα τελευταία πέντε χρόνια» λέει ο ίδιος κάποιες φορές, και αυτό είναι και το χρονικό πλαίσιο που βάζω εγώ την ιστορία, και λέω επί σκηνής πως έγιναν τα πράγματα με αυτόν τον άνθρωπο, πως όλα γύρισαν «τούμπα» και κατέρρευσε. Έτσι, «έβγαλα», εκτός από τον ίδιο, πέντε θεατρικά πρόσωπα, δραματοποιώντας τα, τα οποία έμμεσα ή άμεσα τα αναφέρει, όπως είναι ο ατζέντης του, ή ένας κολλητός του επιστήθιος φίλος. Έχω βάλει επίσης την κόρη του, μία κριτικό τέχνης και την γραμματέα του. Η οποία έχει μεγάλη σημασία, γιατί πριν πεθάνει αυτός έγραψε ένα ανολοκλήρωτο μεγάλο μυθιστόρημα τον «Τελευταίο Μεγιστάνα», όπου ο πρωταγωνιστικός ρόλος είναι η γραμματέας του. Είναι ο άνθρωπος που τον παρακολουθεί συνέχεια αυτόν και είναι μέσα σε αυτήν την ιστορία. Ενώ ο πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος επί της ουσίας, το φερέφωνο, ο αφηγητής είναι πάντα άλλος και αυτό το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Κι έτσι το έκανα ιστορία και την ιστορία θέατρο. Μια κανονική ιστορία.
οι ήρωες είναι ιδέες περισσότερο, παρά χαρακτήρες ολοκληρωμένοι με αρχή μέση και τέλος.
- Δεν τον λέω ποτέ Φιτζέραλντ μέσα στο θεατρικό, στην παράσταση. Τον λέω Σκοτ, που είναι το μεσαίο του όνομα βέβαια, αλλά δεν λέγεται ποτέ Φιτζέραλντ. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι είναι αυτός, αλλά ποτέ δεν πάω να κάνω τη βιογραφία ενός ήρωα. Φτιάχνω μια ελεύθερη διασκευή της πτώσης ενός συγγραφέα που ναι μεν είναι αυτός, ναι πολλά από τα στοιχεία του, σχεδόν όλα τα στοιχεία του ας πούμε είναι δικά του, αλλά δεν είναι βιογραφική… Το έργο, είναι γραμμένο σε διάλογο με ένα πολύ μικρό ποσοστό αφήγησης, χρησιμοποιώντας τη ίδια τεχνική της «Γραμμής σκιάς», που εκεί βέβαια ήταν όλο το έργο έτσι ενώ εδώ πέρα έχει πολύ μικρά πραγματάκια μέσα.
- Αν ταυτίστηκα; Ναι, βέβαια. Όπως είπα, πάντα ήξερα ότι κάποια στιγμή θα φτάσω στον Φιτζέραλντ. Αυτό το οποίο έχει τεράστιο ενδιαφέρον είναι ότι είναι ένα κείμενο το οποίο ουσιαστικά μιλάει για την αγωνία του καλλιτέχνη, για την καταστροφή της τέχνης, για το πώς εκφράζεται ο καλλιτέχνης σε σχέση με τη ζωή και απέναντι στο σύστημα. Το πώς, ας πούμε, η ζωή αδικεί ή όχι τον καλλιτέχνη ως σύγχρονο, ως καταναλωτικό προϊόν. Οπότε και αυτή η αγωνία του καλλιτέχνη να μιλήσει για τον εαυτό του, να πει τα πράγματα που θέλει κι όμως πνίγεται, αυτό νομίζω ότι είναι και το βασικό θέμα του έργου. Εγώ πιστεύω ότι αυτό ακριβώς με κίνησε. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος υπήρξε τόσο μεγάλος συγγραφέας και στο τέλος της ζωής του απλώς βλέπει ότι όλα δεν είχαν κανένα νόημα. Περιγράφει στιγμές όπου άλλοι συνάδελφοί του πέτυχαν χωρίς να έχουν κάτι ιδιαίτερο να πούνε. Τέλος πάντων, θυμίζει αρκετά και τις εποχές μετέπειτα μέχρι και την εποχή μας.
- Τώρα που το σκέφτομαι, είναι λίγο καυκικός ο ήρωας. Δηλαδή είναι ένας άνθρωπος συντριμμένος από ένα σύστημα και που προσπαθεί να βρει ένα διέξοδο και δεν το βρίσκει. Γιατί η ίδια η ζωή εντέλει θα τον φάει, θα τον συντρίψει. Είναι πεπεισμένος πια πως δεν πρόκειται να πετύχει τίποτα. Και επίσης δεν είναι σε θέση όσο είναι στη ζωή να καταλάβει την «υστεροφωνία» του. Το πώς ας πούμε μετά το θάνατό του έγινε αυτό που έγινε. Οπότε μιλάει για το πόσο ενώ είσαι εν ζωή προσπαθείς με νύχια και με δόντια να πετύχεις σε κάτι και δεν έχεις την ύστερη γνώση για να καταλάβεις πώς θα το πετύχεις αυτό το πράγμα. Και τελικά σε νικάει το σύστημα. Γιατί ουσιαστικά αυτό το έργο είναι ένας ένας πικρός αποχαιρετισμός ας πούμε στον ίδιο τον Φιτζέραλντ. Παρ’ όλα αυτά το έργο δεν τελειώνει απαισιόδοξα. Παρ’ ό,τι εμείς ξέρουμε πια ότι πέθανε και πέθανε από ανακοπή στα 44 του κλπ. λέει ότι θα ήθελε ας πούμε και να έχει χρόνο με τους ανθρώπους του. Ναι μεν θα γίνει κυνικός αλλά πρέπει να κοιτάει μπροστά. Δηλαδή αφήνει μια χαραμάδα που για μένα αυτό είναι και το σημαντικό.
- Ο Φιτζέραλντ υπερασπίζεται πολύ το θέμα της γραφής. Αυτό είναι από μόνο του πάρα πολύ σημαντικό. Κάποια στιγμή η κριτικός θα του πει κυνικά «ποιος διαβάζει πια;» και του το λέει έτσι το 1936. Ότι όλοι πηγαίνουν στον τότε ανερχόμενο κινηματογράφο και ότι η ταινία θα νικήσει τη γραφή. Ότι δε μιλάμε πια για βιβλία αλλά για σενάρια. Που να ‘ξερε, τι θα γίνει πιο μετά, ότι θα τα νικήσει όλα το ίντερνετ. Και από αυτήν την άποψη, η εποχή μας είναι χειρότερη από την εποχή του συγγραφέα. Ενυπάρχει μέσα στο έργο η αγωνία της τέχνης, που θέλει να επιβιώσει. Αυτό βγαίνει στην παράσταση. Και αυτό είναι και το δικό μου σχόλιο στην παράσταση. Τι θα γίνει με την τέχνη έτσι όπως η ζωή προχωράει… Και όλες τις πιέσεις που δέχεται η τέχνη στο πρόσωπο του Σκοτ. Να μετατραπεί σε κάτι που δεν είναι. Ο αντζέντης του τον πιέζει να γράψει σενάριο, να βγάλει χρήμα. Η κόρη του να γράφει άρθρα για εφημερίδες, για τον ίδιο σκοπό. Αλλά αυτός, δεν μπορεί να γράψει κατά παραγγελία και για χρήματα. Και από εκεί ξεκινάει και η κατάρρευσή του.
Δεν θα βάζαμε ποτέ καρέκλες εξτρά μόνο και μόνο για να το δει περισσότερος κόσμος. Θα το δει ο κόσμος που είναι να το δει
- Ο Γιάννης Γιαννούλης παίζει τον Σκοτ. Η Ματίνα Περγιουδάκη παίζει τη Σεσίλια που είναι η γραμματέας του. Η Ιφιγένεια Γρίβα παίζει την κριτικό τη Σέιλα. Ο Αχιλλέας Βατρικάς παίζει τον αντζέντη του, τον Χάρολντ. Η Σίσυ Μαράθου παίζει την κόρη του την Φράνσις. Τον φίλο του τον Έντ τον παίζει ο Μιχάλης Ζαχαρίας. Αυτά τα έξι πρόσωπα δεν είναι μυθοπλαστικά. Είναι πραγματικά, ιστορικά στη ζωή του Φιτζέραλντ. Μάλιστα για την κριτικό, λέγεται ότι είχαν και ερωτική σχέση. Υπάρχει και ένας έβδομος χαρακτήρας, που τον παίζει ο Δημήτρης Μπαλασάκης, νιου έντρυ που λέμε, που παίζει θα έλεγα «σιμωνικό» ρόλο. Εμφανίζεται για λίγο και παίζει κάτι που το φυλάω για έκπληξη μέσα στην ιστορία. Ποια είναι η σκηνοθετική σημείωση; Ότι είναι λάθος να τους εκφράσεις, να εργαστείς πάνω τους ως χαρακτήρες. Γιατί, οι ήρωες είναι ιδέες περισσότερο, παρά χαρακτήρες ολοκληρωμένοι με αρχή μέση και τέλος. Είναι σαν ιδέες που μπαίνουν και βγαίνουν από το μυαλό του. Τι δεν πήγε καλά, τι πήγε. Μισεί τον ένα, κάνει τον άλλο. Και ο ίδιος είναι σε μια ελεύθερη πτώση συνέχεια. Οπότε αυτό το πράγμα δημιουργεί έναν πνιγμό σιγά σιγά.
- Σκηνογραφικά έχω κόψει όλη την πλατεία του Rabbithole. Η οποία πια είναι κλεισμένη με μία κουρτίνα. Δεν φαίνεται πουθενά η πλατεία. Φαίνονται μόνο οι δύο πρώτες σειρές. Και απέναντι έχω δημιουργήσει άλλη μία σειρά πάνω στη σκηνή. Που σημαίνει ότι οι θεατές βλέπουν σε διάδρομο πια. Το έργο παίζεται ενδιάμεσα. Και έχω επιστρέψει λίγο στην κινηματογραφική σκηνογραφία του «Αντεροβγάλτη». Δηλαδή το μοντάζ της σκηνοθεσίας άρα και η σκηνογραφία γίνεται σε μικρά μέρη εντός. Και αλλάζει αστραπιαία. Ξαναπήγα εκεί γιατί το ίδιο το έργο έχει γραφτεί με κινηματογραφικό τρόπο. Οπότε το πράγμα έπρεπε να φύγει γρήγορα. Να μην έχει δηλαδή θεατρικές δομές απλώματος. Από τις 100, οι θέσεις έχουν πάει 50. Αν, με αγχώνει οικονομικά αυτό; Όχι, γιατί με την Τώνια (Ράλλη) πάντα μας ενδιέφερε πρώτα το θέαμα και μετά το «τι θα βγάλουμε». Δεν θα βάζαμε ποτέ καρέκλες εξτρά μόνο και μόνο για να το δει περισσότερος κόσμος. Θα το δει ο κόσμος που είναι να το δει. Δηλαδή επιστρέφουμε λίγο στα προ-COVID θεάματα όπως ήταν το «Ιλινόις», ο «Άντεροβγάλτης» και όλα αυτά όπου πρώτα ήταν το θέαμα και μετά ήταν οι θεατές. Και επίσης έχουμε υπολογίσει ότι αν, ας το πούμε απλά, το θέατρο γεμίζει μια χαρά θα είμαστε σε σχέση με το κοινό.
- Κάτι εξτρά είναι, ότι επιστρέφω ξανά σε ένα είδος γιατί όλο το πράγμα δεν είναι ένα έργο δραματικό σκέτα, είναι ένα έργο thriller noir που πηγαίνει στο δράμα. Οπότε πηγαίνω και στους φωτισμούς και στη σκηνογραφία σε γνώριμους μηχανισμούς αφήγησης. Είναι ένα πολύ αλλόκοτο έργο, όπως θα παρουσιαστεί. Ένα έργο που θέλω ο θεατής να το δει να συμβαίνει δίπλα του. Η αφήγησή του, δηλαδή, είναι μεν στρωτή αλλά ο τρόπος που παρουσιάζεται είναι μέσα από στοιχεία noir thriller και εφιάλτη, πράγματα τα οποία τα εξασκώ πάρα πολύ τα τελευταία πολλά χρόνια, τώρα βέβαια και με νέους συνεργάτες. Για πρώτη φορά συνεργάζομαι με την Δήμητρα Λιάκουρα η οποία είναι μια πάρα πολύ καλή ενδυματολόγος γιατί για μένα στο συγκεκριμένο έργο το ένδυμα είναι σκηνικό. Συνεργάζομαι και με τον Αλεξάνδρο Λόγκο για τα ειδικά εφέ γιατί έχουμε διάφορα τρομαχτικά εφέ. Άλλωστε, το κοινό του Rabbithole, έχει και αυτή την έγνοια, διότι έρχεται εκεί για να δει κάτι το οποίο δύσκολα θα το δει ξανά στο θέατρο. Αυτό δηλαδή το κινηματογραφικό, το νουάρ, το τρομαχτικό, τα άλλα σύμπαντα κλπ. Αλλά όλα αυτά δεν τα κάνω μόνο για αυτούς. Τα κάνω πρώτα για μένα. Εγώ το γουστάρω αυτό το πράγμα, και επειδή είναι ωραίο να βλέπεις και κλασσικούς συγγραφείς με αυτό το βλέμμα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σου μιλάει και καταγράφει ένας συγγραφέας. Δηλαδή ένας άνθρωπος ο οποίος έτσι και αλλιώς είναι πλάστης κόσμων
- Κάποιος θα σου πει τώρα ότι ο Φιτζέραλντ τι σχέση έχει με το νουάρ κλπ. Η αφήγησή του είναι μία πένθιμη και τρομακτική αφήγηση, γιατί λέει ας πούμε ότι ξυπνούσε κάθε φορά στις 3 η ώρα τα χαράματα από μόνος του και ήταν ξύπνιος και τριγύριζε μέσα στο δωμάτιο. Θα χαρακτήριζα την παράσταση σκοτεινή. Κυριολεκτικά σκοτεινή όμως, γιατί συνήθως το μπερδεύουμε και το σκοτεινό, το λέμε σαν κάτι βαρύ. Όχι, δεν είναι βαριά με την έννοια του δράματος. Είναι η ίδια η σκοτεινιά του Φιτζέραλντ. Δηλαδή λες και είμαστε μέσα στον εγκέφαλό του, στη ψυχή του, το οποίο είναι ένα πάρα πολύ σκοτεινό μέρος και επίσης μιλάμε και για ένα μέρος ενός συγγραφέα.
- Αυτό το στοίχειωμα αυτού του ανθρώπου να προλάβει να κάνει πράγματα πριν φύγει, που τελικά δεν πρόλαβε, είναι ακριβώς το σημείο που ταυτίζομαι με το έργο. Και όχι σε συνάρτηση με εμένα, αλλά με ανθρώπους δικούς μου που έχουν φύγει πια από τη ζωή, όπως ο πατέρας μου. Αν πρόλαβαν να κάνουν αυτά που ήθελαν να κάνουν, να πουν αυτά που ήθελαν να πουν. Είναι αυτά τα πράγματα που με απασχολούν τα τελευταία χρόνια, να προλάβει κανείς να κάνει πράγματα πριν έρθει το τέλος. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι κάτω από αυτό το πρίσμα έγραψα και τους «Γυμνισταί». Γιατί πέρα από την κωμωδία , οι «Γυμνισταί» γι’ αυτό μιλάνε: για τη δεύτερη ευκαιρία στους ανθρώπους. Υπό αυτό το πρίσμα η «Γραμμή Σκιάς», οι «Γυμνισταί» και τώρα «Η Κατάρρευση» αποτελούν μια άτυπη θεατρική μου τριλογία.
Η παράσταση «Κατάρρευση» του Φ. Σ. Φιτζέραλντ σε διασκευή – σκηνοθεσία – σκηνογραφία Γιώργου Σίμωνα έχει πρεμιέρα την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου στο Rabbithole και θα παίζεται κάθε Παρασκευή & Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 18:00. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ
Διασκευή – σκηνοθεσία – σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας
Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Φροντιστήριο: Ηώς Αντωνοπούλου
Μουσική: Τώνια Ράλλη
Φωτισμοί – Video: Γιώργος Βλαχονικολός
Προβολές – Video mapping: Ελεάννα Γιασεμή, Παναγιώτης Λαμπής
Τίτλοι Video: Παναγιώτης Λαμπής
Ειδικά εφέ: Αλέξανδρος Λόγγος
Graphic Design: Ηλίας Πανταλέων
Φωτογραφία: Μαρία Τούλτσα
Δάσκαλος Γεωργιανών: Λουκάς Τριανταφυλλίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Όλγα Ζιάζιαρη
Βοηθός ενδυματολόγου & αντικειμένων: Γιάννης Τσούχλος
Κατασκευή σκηνικού: Sickmyduck.lab
Φωτιστικές κατασκευές: Γιώργος Βλαχονικολός, Γιώργος Ιεραπετρίτης
Ηχογραφήσεις – Sound Design: Socos
Χειρισμός φωτισμού – ήχου – προβολών: Ελεάννα Γιασεμή, Γιώργος Βλαχονικολός
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Social Media: Χρύσα Παριανού
Οργάνωση παραγωγής: Ιωάννα Μακαβέι
Μια παραγωγή της ομάδας Νοσταλγία
Ηθοποιοί: Γιάννης Γιαννούλης (Σκοτ), Ματίνα Περγιουδάκη (Σεσίλια), Ιφιγένεια Γρίβα (Σέιλα), Σίσσυ Μαράθου (Φράνσις), Αχιλλέας Βατρικάς (Χάρολντ), Μιχάλης Ζαχαρίας (Εντ), Δημήτρης Μπαλασάκης (Ραβίνος 1, σερβιτόρα), Γιώργος Σίμωνας (Ραβίνος 2)
Ηθοποιοί ηχογραφήσεων – γυρισμάτων: Ηώς Αντωνοπούλου, Γιάννης Γιαννούλης, Όλγα Ζιάζιαρη, Ματίνα Περγιουδάκη, Τώνια Ράλλη, Γιώργος Σίμωνας, Socos, Γιώργος Τζαβάρας











