Αντί κριτικής | «Μπουμπουλίνας 18» από τη Σοφία Καραγιάννη: Πιραντελλίζοντας με τη σύγχρονη ιστορία

Τα αφηγηματικά στοιχεία δεν αραδιάζονται τυπολατρικά, αλλά εισβάλλουν στα δραματικά, η σκηνική πράξη, δεν αφηγείται απλά, αλλά με τη χρήση όλων των θεατρικών όπλων (μουσική, φώτα, κοστούμια, props κλπ), σχολιάζει τα αφηγούμενα. Και εδώ, βρίσκει εφαρμογή αυτό, που είχε γράψει ο Μπερναρ Ντορτ (μελετητής του Μπρεχτ και της αποστασιοποίησης») για τον Πιραντέλλο «σε αυτό το θέατρο υπάρχει μια απόσταση, που δεν είναι μόνο απόσταση ανάμεσα στην αφηγηματικότητα και τη θεατρικότητα, το πρόσωπο και τον ηθοποιό, τη φικσιόν και το παίξιμο». Γίνεται «θέατρο», αυτό που φαντάζει αδύνατο να γίνει. .

Σκέφτηκα πως θα ήταν άσκοπο να γράψω μια ένα κριτικό σημείωμα για την παράσταση «Μπουμπουλίνας 18» , τη θεατρική μεταφορά της μαρτυρία της Κίττυς Αρσένη από το κολαστήριο της Χούντας  που η Σοφία Καραγιάννη μετέφερε στο θεατρικό σανίδι της Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2025. Άσκοπο, γιατί έτσι κι αλλιώς, θα γραφτούν πολλά από συναδέλφους για μια τέτοια παράσταση, άσκοπο γιατί  μετά από τη συγκεκριμένη πορεία της σκηνοθέτριας, κάποια πράγματα πλέον θεωρούνται δεδομένα και αυτονόητα.  Άλλωστε, κάμποσα από όσα είχα να πω, τα είπα στην ανταπόκριση πρόβας που έκανα, όταν η παράσταση ήταν ακόμα στα σπάργανα (μπορείτε να διαβάσετε σχετικά ΕΔΩ)

Είμαι υποχρεωμένος, όμως, να σταθώ σε ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο. Στο πως η Σοφία Καραγιάννη, ψάχνει, ερευνά, σκαλίζει κάθε φορά το υλικό της. Είτε αυτό είναι έμψυχο και αφορά τους ηθοποιούς της, είτε άψυχο και αφορά το κείμενο (πρωτίστως) αλλά και την υπόλοιπη σκευή της παράστασης. Θέλω να πω, έχοντας παρακολουθήσει το σύνολο των παραστάσεων της, κάθε φορά βρίσκει διαφορετικούς δρόμους να ξεκλειδώσει τα έργα, άλλα εργαλεία να τα μεταπλάσει σκηνικά, διαφορετικές φόρμες  να οικοδομήσει την αισθητική τους.

Στην περίπτωση της «Μπουμπουλίνας 18»  της Κίττυς Αρσένη, ένα κείμενο που έχει τα χαρακτηριστικά της ιστορικής μαρτυρίας, ένα κείμενο που παραμένει ιστορικά ανέγγιχτο από το χρόνο, με αξία που ξεπερνάει την καλλιτεχνική ή τη συγγραφική, ένα κείμενο με στοιχειοθετημένο αντιστασιακό λόγο, που αρθρώνει μια ιστορική δυναμική, η Σοφία Καραγιάννη έψαξε και βρήκε ένα θεατρικό τρόπο που δεν εγκλώβισε αυτή τη σημαντικότητά του μέσα στα αυστηρά ιστορικά πλαίσια της εποχής που γράφτηκε και αναφέρεται.

Είναι, άλλωστε, η δουλειά του σκηνοθέτη να απελευθερώνει τέτοια κείμενα από τις χρονoλογικές δεσμεύσεις τους, μόνο που δεν είναι πάντοτε δεδομένη η επιτυχία του εγχειρήματος .  Στην περίπτωση της Σοφίας Καραγιάννη, όμως, και της «Μπουμπουλίνας 18», το έργο «ξεκλειδώθηκε» και «ανάσανε» μέσα από το πιραντελικό όραμα θεατρικότητας.

Ο μονόλογος, θεατρικό είδος που υποχρεωτικά σχεδόν σε αυτό οδηγείται η δραματοποίηση του έργου, απέκτησε μέσα από τη σκηνοθετική ματιά πολλαπλά ερμηνευτικά και υποκριτικά επίπεδα: η Κίττυ-ηθοποιός, που είναι ταυτόχρονα και η Κίττυ-αγωνίστρια,  που «υποκρίνεται» τη ζωή της στο κολαστήριο, την ίδια σχεδόν στιγμή που ζει μέσα σε αυτό. Και που την υποκρίνεται επί σκηνής, η ανιψιά της, η Αμαλία Αρσένη, που είναι ηθοποιός. Έτσι έχουμε το σχήμα της ηθοποιού, που υποκρίνεται την ηθοποιό, που υποκρίνεται την αγωνίστρια, ούσα ηθοποιός και αγωνίστρια ταυτόχρονα! Ο Τόπος και ο Χρόνος καταργούνται. Το πριν γίνεται το μετά. Το  χθες γίνεται το σήμερα.

Ο Λουίτζι Πιραντέλλο θα έσκαγε στα γέλια από ικανοποίηση, μέσα από αυτό το ευφάνταστο θεατρικό τέχνασμα της Σοφίας Καραγιάννη, που απέφυγε έτσι κάθε είδους μονοδιάστατης  αφήγησης, κάθε είδους ταυτολογικής χειραγώγησης ενός αντιθεατρικού κειμένου-«κατηγορώ», κάθε είδους παραδοσιακής λεζάντας.

Η θεατρικότητα στο έργο της Σοφίας Καραγιάννη, δεν είναι ψευδεπίγραφη, δεν είναι «κουβέντα για να λέγεται», αλλά είναι όπλο δημιουργίας και ανασκαφής. Είναι, το απαραίτητο μέσο ώστε κάθε θεατρική πράξη να δηλώνει την πολιτική αφετηρία της. Να αποκαλύπτεται το θέατρο ως αποστολή και όχι απλά ως τέχνασμα εντυπωσιασμού.

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και ο καθρέφτης ενός καμαρινιού μετατρέπεται σε κάτοπτρο ζωής. Άχρονο, άτοπο. Η περιβόητη ταράτσα της Μπουμπουλίνας 18, μεταβολίζεται σε  όλα τα πεδία που δίνονται καθημερινά οι μάχες για ελευθερία, δικαιοσύνη, δικαιώματα στη ζωή, στην εργασία, στην κοινωνική ευτυχία. Κι ενώ, θεωρητικά, η θεατρική ψευδαίσθηση οφείλει να σμίγει με τη ψευδαίσθηση της ζωής, στη σκηνική γλώσσα της Σοφίας Καραγιάννη είναι η ίδια η πραγματικότητα της ζωής που δίνει το έναυσμα για μια ξέχωρη θεατρική πραγματικότητα. Και σε αυτή ακριβώς, την «ανάποδη ανάγνωση» της θεατρικότητας, ανάγεται και η μαγεία της παράστασης.

Τα αφηγηματικά στοιχεία δεν αραδιάζονται τυπολατρικά, αλλά εισβάλλουν στα δραματικά, η σκηνική πράξη, δεν αφηγείται απλά, αλλά με τη χρήση όλων των θεατρικών όπλων (μουσική, φώτα, κοστούμια, props κλπ), σχολιάζει τα αφηγούμενα. Και εδώ, βρίσκει εφαρμογή αυτό, που είχε γράψει ο Μπερνάρ Ντορτ (μελετητής του Μπρεχτ και της αποστασιοποίησης») για τον Πιραντέλλο «σε αυτό το θέατρο υπάρχει μια απόσταση, που δεν είναι μόνο απόσταση ανάμεσα στην αφηγηματικότητα και τη θεατρικότητα, το πρόσωπο και τον ηθοποιό, τη φικσιόν και το παίξιμο». Γίνεται «θέατρο», αυτό που φαντάζει αδύνατο να γίνει.

Η Αμαλία Αρσένη, καλείται να επιτελέσει όλα αυτά επί σκηνής. Σε μια σκηνή, όπου ο ηθοποιός υπόκειται στα δικά του «πιραντελλικής» απόχρωσης βασανιστήρια, διαμορφώνοντας ένα λαμπερό «πιραντελλικό» πρόσωπο μέσα από τα πολλαπλά ερμηνευτικά επίπεδα και χαρακτήρες.  Η «Κίττυ» της Αμαλίας, δεν προϋπάρχει. Κατασκευάζεται εκεί, επί τόπου στη σκηνή.  Δεν είναι ύπαρξη. Οικοδομείται σε ηρωίδα, λεπτό προς λεπτό, από την πρώτη ανυποψίαστη υπόκλισή της, που προλογίζει την παράσταση, μέχρι την τελευταία καταλυτική της. Με τους τοίχους της Γεωργίας Μπούρδα. Με την κίνηση της Μαργαρίτας Τρίκκα. Με την εφιαλτική μουσική του Μάνου Αντωνιάδη. Με τα επίγεια φώτα της Βασιλικής Γώγου. Μια ηρωίδα που έχει συρθεί σε όλα τα επίπεδα και τις κλίμακες της ατομικής πράξης για να κορυφωθεί ώς σύμβολο καθήκοντος της συλλογικής δράσης και αντίστασης. Μια ηρωίδα που από χτεσινή γίνεται σημερινή. Σε εκείνη ακριβώς τη στιγμή που περνά τη γραμμή του χωροχρόνου και  ανάγεται σε  μετα-ηρωίδα. 

Η Αμαλία Αρσένη, αιωρείται εύθραυστη και συνάμα ατσάλινη, σε έκφραση, κίνηση, υιοθετεί ψήγματα ζωής , υποκρίνεται με ιερή μανία χαρακτήρες και ιδέες. Ίσως να σκοντάφτει σε κάποιες  ηθογραφικές τυπολογίες, όμως παραμένει σπαρακτικά πιστή στην «Κίττυ» της Μπουμπουλίνας, επιστρέφοντας ως «Κίττυ-ηθοποιός» στη θεατρική ρίζα της,  για να μετουσιωθεί εντέλει η ίδια σε ρόλο.

Μέσα από μια τέτοια επίπονη διδασκαλία του ρόλου, που φαντάζομαι ο αυτοσχεδιασμός θα είχε βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος, η Σοφία Καραγιάννη κάνει τελικά σπουδή στον τρόπο με τον οποίο συντίθεται δραματουργικά ένα μη θεατρικό κείμενο, μέσα από ποιες διαδικασίες παράγεται χαρακτήρας, ήθος και ρόλος. Και πως μια παράσταση, ολοκληρώνεται  τελικά στην ουσία της, απλά και μόνο με την αναζήτηση και την επιστροφή στις γενεσιουργικές αιτίες της θεατρικής πράξης: την υπόδυση, την υπόκριση, τη γλώσσα και την αισθητική.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στον Χώρο Β της Πειραιώς 260 στις 13 Ιουλίου 2025. Θα παίζεται μέχρι την Τετάρτη 16. Ιουλίου

Σκηνοθεσία Σοφία Καραγιάννη
Δραματουργία Σοφία Καραγιάννη, Αμαλία Αρσένη
Μουσική σύνθεση Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικά – Κοστούμια Γεωργία Μπούρδα
Φωτισμοί Βασιλική Γώγου
Βοηθοί σκηνοθέτιδας Iοκάστη Σαράντη, Σοφία Χατζηευθυμιάδη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου Ηρώ Παρδαβέλλα
Κινησιολογική επιμέλεια Μαργαρίτα Τρίκκα
Ερμηνεία Αμαλία Αρσένη
Το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Θεμέλιο (2025).