
γράφει η Μαριλιάνα Ρηγοπούλου* //
Σε μια μικρή αλλά ιδιαιτέρως ζεστή και γοητευτική σκηνή της Αθήνας το θέατρο «Μπιπ» ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά το έργο του Χάρολντ Πίντερ: «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή.
Νομίζω πως στο μικρό θέατρο «Μπιπ» ο ιδιαίτερα ψυχαναλυτικός, στριφνός συγγραφέας Πίντερ, βρήκε τον ιδανικό χώρο. Ο Χάρολντ Πίντερ ένας αντισυμβατικός συγγραφέας στον τρόπο σκέψης, γραφής και έκφρασης, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Χάνκεϊ του Λονδίνου το 1930 από πατέρα Εβραίο πορτογαλικής καταγωγής, ράφτη στο επάγγελμα, έτσι ο ίδιος βίωσε το φόβο και τον τρόμο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου σε πολύ μικρή ηλικία.
Μεγαλώνοντας κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα, όπου και αρνήθηκε να καταταγεί ως αντιρρησίας συνείδησης.
Στη συνέχεια γράφτηκε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης την οποία όμως εγκατέλειψε μετά από ένα χρόνο, για να φοιτήσει τελικά στην Κεντρική Σχολή Λόγου και Δραματικής Τέχνης. Εργάστηκε αρχικά για πολύ λίγο ως ηθοποιός σε επαρχιακούς θιάσους με ψευδώνυμο ως Ντέϊβιντ Μπάιρον και τότε γράφει παράλληλα και τα πρώτα του ποιήματα. Το πρώτο θεατρικό έργο του Πίντερ το μονόπρακτο « Το Δωμάτιο» υπήρξε καθοριστικό ώστε να εδραιώσει το προσωπικό μοναδικό του ύφος, ο κλειστός χώρος απ’ τις ρωγμές του οποίου εισβάλλουν οι φόβοι, ο κίνδυνος γι’ αυτό και ονομάστηκε ( Θέατρο της Απειλής). Μετά από ένα χρόνο θ’ ανέβει το σημαντικό έργο του « Πάρτι Γενεθλίων».
•Ο Πίντερ έχει γράψει περισσότερα από τριάντα έργα, με βαθιές επιρροές υφολογικά από τον Σάμιουελ Μπέκετ, με μια χαρακτηριστική λιτότητα στο λόγο του, πλήρως αποδραματοποιημένους διαλόγους που θα λέγαμε πως αγγίζουν τον κυνισμό, τον ωμό ρεαλισμό και μ’ ένα πόνο βουβό, κινείται σε πιο βαθειά επίπεδα του υποσυνείδητου που έχουν να κάνουν με ανομολόγητες επιθυμίες, φόβους και ανασφάλειες.
Ο Πίντερ εξέφραζε με παρρησία τις πολιτικές του θέσεις γι’ αυτό και όταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Τζόν Μέιτζορ το 1996 του προσέφερε τον τίτλο του ιππότη ο ίδιος αρνήθηκε λέγοντας: « Αδυνατώ να δεχτώ μια τέτοια τιμή από μια συντηρητική κυβέρνηση». Το 2005 τιμήθηκε από την Σουηδική Ακαδημία με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για την ικανότητά του: «στα έργα του να αποκαλύπτει τον γκρεμό κάτω από την καθημερινή μωρολογία και να σπρώχνει προς τα κλειστά δωμάτια της καταπίεσης».
•Ο Πίντερ είχε αναγορευθεί στη χώρα μας από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ως επίτιμος διδάκτορας, όπως επίσης στην πατρίδα του είχε τιμηθεί και με το βραβείο Ντέιβιντ Κοέν.
Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στη βεράντα του σπιτιού του Έντουαρντ και της Φλώρας, καλοκαίρι, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, ηλιόλουστη με τα πουλιά να τιτιβίζουν, παίρνουν χαλαρά το τσάι τους, απολαμβάνοντας τον ήλιο, τα δέντρα και τα λουλούδια του κήπου τους.
Οι συζητήσεις τους μοιάζουν απλές, χλιαρές, σχεδόν αδιάφορες αρχικά καθώς η Φλώρα αγαπά την ενασχόληση με την κηπουρική και μιλά όλο γι’ αυτήν σε αντίθεση με τον Έντουαρντ ο οποίος αδιαφορεί και περισσότερο αναφέρεται σε εξερευνήσεις του σε διάφορες περιοχές της Βρετανίας.
Όλα κυλούν ήρεμα, έως την εμφάνιση μιας σφίγγας που τους δημιουργεί τη αίσθηση της απειλής και την ίδια ακριβώς αίσθηση βιώνουν και με την εμφάνιση του σπιρτοπώλη έξω από την πόρτα του σπιτιού τους.
•Η σκηνοθέτης Χριστίνα Χριστοφή, έχοντας στα χέρια της την εξαιρετική μετάφραση από τον Αλέξη Αλάτση που αναδεικνύει τη γλωσσική λιτότητα και την ευθύβολη διάσταση των συνειρμών του θεατρικού συγγραφέα, μας οδηγεί σε μια θεατρική ανάγνωση, οικοδομώντας μια παράσταση που θα λέγαμε πως αποτελεί σπουδή πάνω στον Πίντερ.
Αυτό το μονόπρακτο «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» είναι το τέταρτο έργο του Πίντερ και αρχικά γράφτηκε για να μεταδοθεί στο ραδιόφωνο, οπότε αυτή η συνθήκη από μόνη της, φέρει τεράστιες δυσκολίες στη σκηνοθέτιδα Χριστίνα Χριστοφή που καλείται να υπερκεράσει προκειμένου το έργο να ανεβεί στη σκηνή.
Η διεισδυτική ματιά της σκηνοθέτιδας Χριστίνας Χριστοφή κατορθώνει να αναδείξει όχι μόνο το λόγο του Πίντερ, σκιαγραφεί αριστουργηματικά τον εσώτερο κόσμο των ηρώων με χειρουργική ακρίβεια απογυμνώνοντάς τους, αλλά και ολόκληρη τη σημειολογία που εμπεριέχεται σ’ αυτό το έργο από τον βαθειά αιρετικό συγγραφέα τον Πίντερ.
Καθώς λοιπόν το μεσήλικο ζευγάρι απολαμβάνει το τσάι του στον κήπο, μια σφίγγα έρχεται να διαταράξει την επίπλαστη ευτυχία και γαλήνη τους, είναι ο εχθρός του κήπου ή της ζωής τους, ο Έντουαρντ αναλαμβάνει τον αυθεντικό ρόλο του άντρα που δεν δειλιάζει, είναι ρωμαλέος μπροστά στον κίνδυνο, στην ουσία όμως φοβάται περισσότερο, αρνείται να δει την αλήθεια, η αυτογνωσία γι’ αυτόν είναι άραγε ένας ανεπαίσθητος πόνος ή μήπως είναι η πιο βαθειά πληγή. Η σφίγγα είναι το έναυσμα για την αυτοαποκαλυψή του.
Ο δεύτερος εισβολέας στη ζωή τους είναι ο όμορφος ηλικιωμένος πωλητής σπίρτων, όπου ο καθένας μέσα από αυτόν προσπαθεί να εκτονώσει τις δικές του φοβίες, ανασφάλειες, πάθη ασίγαστα κι έτσι ο Έντουαρντ του αποδίδει με τη φαντασία του διάφορους ανδρικούς ρόλους, ενώ η Φλώρα τον ονομάζει Βαρνάβα και ονειροπολώντας του δίνει τη θέση ενός λαθρεπιβάτη βιαστή που κάποτε την είχε βιάσει.
Παρότι στο έργο του Πίντερ «Το Δωμάτο», όπως και το «Πάρτι Γενεθλίων», το περιβάλλον είναι ασφυκτικό, εδώ εν’ αντιθέσει η ατμόσφαιρα είναι πιο ευχάριστη, πιο ανακουφιστική με μια αδιόρατη ελαφρότητα κι ένα ιδιότυπο χιούμορ στην αρχή, στην πορεία όμως αυτός ο υπέροχος κήπος με τα τιτιβίσματα των πουλιών και τα χρώματα των λουλουδιών θα γίνει η φυλακή τους.
Η σκηνοθέτης Χριστίνα Χριστοφή μετατρέπει τους απλούς αυτούς ήρωες σε δυο καθαρά ποιητικές φυσιογνωμίες, που αυτοψυχαναλύονται, που κινούνται συνεχώς επί ξηρού ακμής σ’ έναν διαρκή κλαυσίγελο, στα σύνορα της υπάρξεώς τους, σ’ ένα τέναγος παραλογισμών που γεννά την τραγωδία τους και την αποξένωσή τους συνάμα. Κατορθώνει να αποδομήσει τις φυσιογνωμίες τους αριστοτεχνικά, δημιουργώντας τις εξελικτικές διαβαθμίσεις στις οποίες συντελείται όλο αυτό, χτίζει ένα διάλογο που μοιάζει να συμπορεύεται, να συμπλέει, αλλά στην ουσία δεν γεφυρώνει κανένα χάσμα ούτε συλλογισμών, ούτε συναισθηματικό, αποκαλύπτοντας την ανυπαρξία του ζευγαριού μπροστά σ’ ένα βουβό τρίτο πρόσωπο το οποίο σπανίως αντιδρά στο λόγο τους.
•Η σκηνοθετική προσέγγιση της Χριστίνας Χριστοφή είναι πολυπρισματική καθώς ρίχνει άπλετο φως σε ποικίλα ζητήματα που αφορούν τις ανθρώπινες σχέσεις, την ατέρμονη μοναξιά τους, την απελπισία τους, τους τρόμους τους, τις ανασφάλειές τους, τις αδυναμίες τους, τις κρυφές σκέψεις τους, τα όνειρά τους, τις επιθυμίες και τα πάθη τους
Ο πωλητής σπίρτων είναι ο εισβολέας, φορέας τρόμου και ανατροπής η απειλή στην αδιάφορη ζωή τους και η αφορμή της εσωτερικής τους αναμόχλευσης, μια απειλή που στη βάση της είναι παθητική, ωστόσο θα είναι η αιτία της οριστικής κατάρρευσης του Έντουαρντ που αντιλαμβάνεται απόλυτα το τέλμα, το κατακρήμνισμα και την ηγεμονική στάση της γυναίκας του που κρυβόταν πίσω από το προσωπείο της καλής- τρυφερής συζύγου.
Αυτή τη δύναμη θα αδράξει η Φλώρα και θ’ αντικαταστήσει τον πωλητή σπίρτων με τον Έντουαρντ σ’ ένα παιχνίδι εξουσίας, σε ένα κυριαρχικό γίγνεσθαι.
Κι έτσι ενώ το έργο αρχίζει με μια κωμική εσάνς, εξελίσσεται σε μια ασφυκτική- αγχωτική κατάσταση που θυμίζει Ιονέσκο, Κάφκα ή και Μπέκετ. Η Φλώρα κινείται τόσο απροκάλυπτα κυνικά στα μονοπάτια της απιστίας, που γίνεται ευλόγως αντιληπτό απ’ τους θεατές όμως στο Πιντερικό παράλογο οι σύζυγοι πελαγοδρομούν στον κόσμο των αμφιβολιών.
Η σκηνοθέτης σεβόμενη απόλυτα τον ρυθμικό παλμό της γλώσσας του Πίντερ, τις παύσεις του και τις κρυφές αγωνιώδης μουσικές μακρόσυρτες σιωπές του δημιουργεί μια εξαιρετική ψυχαναλυτική παράσταση, ένα φρουδικό δοκίμιο με υψηλές αισθητικές προεκτάσεις της Τέχνης του θεάτρου, ακόμα και το τρίτο πρόσωπο της παράστασης τον Σπιρτοπώλη τον αναγάγει ως σύμβολο της σεξουαλική ανεπάρκειας του Έντουαρντ και ταυτόχρονα σύμβολο που ενσαρκώνει τις σεξουαλικές φαντασιώσεις της Φλώρας, καθώς για κείνη δεν αποτελεί απειλή, αντίθετα μάλιστα του δίνει το όνομα Βαρνάβα και μεταμορφώνεται στις φαντασιώσεις της στον άντρα- εραστή, σύζυγο, παιδί που ο αρχικά σχολαστικός- κουραστικός και κυρίως κυριαρχικός Έντουαρντ δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ και ξεπερνώντας τις αναστολές που δημιουργεί η κοινωνική της θέση, τοποθετεί σε περίοπτη θέση το λάβαρο του έρωτα.
Ο Δημοσθένης Φίλιππας υποδύεται τον Έντουαρντ, το σύζυγο της Φλώρας, έναν άνδρα που η επαγγελματική του ενασχόληση περιορίζεται στο στρατό και με μια ζωή τακτοποιημένη μέσα σε κουτάκια όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος: « Η ηγεσία μου ήταν θεμελιωμένη, η ζωή μου τακτοποιημένη». Αναδεικνύει με πληρότητα, χωρίς ίχνος αμετροέπειας τον ήρωα που υποδύεται, μια προσωπικότητα πολυσχιδής, που κουβαλά πολλά εσωτερικά φορτία. Κατορθώνει να κάνει την αποφόρτισή του με μια σταδιακά αυξανόμενη αγχωτική διάθεση που κινείται συνεχώς σ’ έναν κλαυσίγελο, έως την τελική του κορύφωση, το κρεσέντο της αποτίναξης του ζυγού όλων των φόβων, του τρόμου του παρελθόντος, αλλά και της ηγεμονικής φιγούρας της γυναίκας του, που είχε μεταλλαχθεί με τα χρόνια από γλυκιά φροντίδα σε σαρκοφάγα.
Οι ψυχολογικές του εκρήξεις, οι μεταπτώσεις του, η αγωνιώδης άλλοτε αμυντική κι άλλοτε επιθετική στάση έναντι του εισβολέα, αντικατοπτρίζονται στην εκφραστική δεινότητα τόσο της ηχοχρωματικής δυναμικής του και του ομιλητικού βλέμματός του, όσο και της άρτιας κίνησής του, μέχρι την απόλυτη τραγωδία του, τον απόλυτο εξευτελισμό, την ταπείνωση μα και την ανακούφιση απόδρασης των ψυχολογικών του συμπλεγμάτων ως την κορύφωση της κάθαρσης.
Η Μαρία Μπρανίδου υποδύεται τη Φλώρα τη γλυκιά- τρυφερή αρχικά σύζυγο που φροντίζει με όλη της την αγάπη το σύζυγό της.
Η Μαρία Μπρανίδου ως Φλώρα είναι απολαυστική, κινησιολογικά άψογη, με εξαιρετική εκφραστική ευφράδεια των ματιών αλλά και ολόκληρου του σώματός της, τόσο χαρισματική επί σκηνής κινείται με περισσή ευχέρεια ανάμεσα στην πρώτη της γλυκιά εικόνα και στην απελευθερωμένη, δυναμική, που κρατά την εξουσία της ζωής της, αλλά και του Έντουαρντ στα χέρια της, όταν λέει χαρακτηριστικά: “Η γυναίκα πετυχαίνει συχνά να ξέρεις εκεί που ο άνδρας αποτυγχάνει”. Σε μια εξαιρετική ερμηνεία κατορθώνει να προβάλλει ακραιφνώς την προσωπικότητα της Φλώρας με μια αφέλεια που αιφνιδίαζε ακόμα και την ίδια το απόλυτο κενό που κουβαλούσε μέσα της, ωραιοποιώντας το πάντοτε με διακριτικό χιούμορ ή μ’ ένα μειδίαμα γλυκερό και συνάμα υποχθόνιο κάποιες φορές, μ’ ένα φλέγμα πηγαίο, χρησιμοποιώντας μια γκάμα υποκριτικής τέτοια που καθιστούσε την ερμηνεία της εξαίσια και ανάλαφρη σαν παιδικό περίπατο στον παράλογο κόσμο του Πίντερ.
Η Φλώρα κατά κόσμο Μαρία Μπρανίδου μιλά με όλη την εκφραστική δυναμική της, το σαγηνευτικό ταπεραμέντο της και την απόλυτη θηλυκή της φύση εν δράσει, για τη σημασία του σαρκικού έρωτα στη ζωή της και η εσωτερική της αποκάλυψη θα λέγαμε ότι κινείται σε φαντασιακά- ονειρικά πλαίσια όταν λέει: « Ο πρώτος μου ασυνόδευτος καλπασμός», όπου η απόρριψη του γερασμένου πια Έντουαρντ και η ξαφνική νεανική μορφολογία στον ηλικιωμένο πωλητή σπίρτων, η μεταξύ τους αντίστροφη κίνηση και αναπροσαρμογή ρόλων, είναι ένας ύμνος στην ύψιστη τελετουργία του θανάτου και της ζωής, της αναγέννησης, όπως αυτής της αναγέννησης του ανθισμένου κήπου της και μια ξέφρενη γιορτή της σεξουαλικότητας.
Στο ρόλο του βουβού πλανόδιου πωλητή σπίρτων, βρίσκεται ο Ηλίας Γκογιάννος.
Ο Ηλίας Γκογιάννος σ’ έναν απαιτητικό ρόλο, με αρκετές τεχνικές δυσκολίες καθώς έπρεπε να παραμένει απ’ τη στιγμή που εμφανίζεται μέχρι το τέλος σιωπηλός, με επιλεγμένες εκφραστικές αντιδράσεις και νωχελικές κινήσεις ενός ηλικιωμένου άνδρα που δέχεται την επιθετική στάση δυο αγνώστων, κατορθώνει να αναδείξει τη σκοτεινή, την ήρεμη δύναμη της φυσιογνωμίας που σκιαγραφεί με εμβρίθεια και να επιβληθεί επί σκηνής μέσα από τη σιωπή του, μέχρι την εξαιρετική τελική έκφραση του τροπαιοφόρου.
Η Μυρτώ Κοσμοπούλου είχε την ευθύνη για το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό μέρος.
Το κοστούμι του Έντουαρντ ήταν χαρακτηριστικό του Λονδρέζικου ύφους της εξοχής, καθώς και η πολύ σικάτη ρόμπα της Φλώρας ανάλογη με την ανάλαφρη αρχικά διάθεση της και την παιγνιώδη ματιά της.
Σε απόλυτα ακριβές ύφος κινήθηκε το φτωχικό κοστούμι του πωλητή σπίρτων.
Τα σκηνικά από την Μυρτώ Κοσμοπούλου, ήταν λιτά αλλά απόλυτα εναρμονισμένα με το ύφος ενός κήπου και λειτουργικά, ένα μικρό μπαμπού σαλονάκι και μια πέργκολα που επιτρέπει στο φως να περάσει, στα φυτά να αναρριχηθούν και στη ζωή των ηρώων μας να διαχωριστεί απ’ τη νεκρή προηγούμενη ύπαρξή της στην ονειρώδη αναγεννημένη και απελευθερωμένη κατάστασή τους.
Η μουσική σε τζάζ- μπλούζ φόρμες συμπλέει με το πιντερικό στριφνό και ερεβώδες τοπίο.
Ξεχωριστή μνεία θα ήθελα να κάνω στον Γιάννη Ζέρβα που είχε σχεδιάσει τους φωτισμούς.
Ο Γιάννης Ζέρβας κινήθηκε σε απαλούς γαλάζιους τόνους, δίνοντας απόλυτα την αίσθηση ενός καλοκαιρινού πρωινού με ελαφρές χρυσές καθαρές αποχρώσεις, τονίζοντας έτι περισσότερο το ηλιόλουστο στοιχείο της ημέρας, ενώ στη συνέχεια υπήρξε ευφυής η σύλληψη των φωτοσκιάσεων, το παιχνίδι των ρόλων πίσω από την πολυλειτουργική πέργκολα που εν προκειμένω έπαιξε το ρόλο του ( θεάτρου σκιών), αναδεικνύοντας την ηγεμονική φυσιογνωμία της Φλώρας δημιουργώντας μια σκιά της μορφής της τρισδιάστατη που κατέκλυζε τα πάντα και του Έντουαρντ που συνεχώς γινόταν όλο και μικρότερη και πιο αδύναμη η σκιά του κι ο ίδιος ν’ ανταπεξέλθει στο οτιδήποτε.
•Οι φωτισμοί του Γιάννη Ζέρβα δεν ολοκλήρωναν απλά το εικαστικό – αισθητικό αποτέλεσμα, ενίσχυαν και αναδείκνυαν τους συμβολισμούς της παράστασης
Στην Ελλάδα την ουσιαστική γνωριμία και σε βάθος με τον Πίντερ το κοινό την απέκτησε μέσω των παραστάσεων του Θεάτρου Τέχνης. Η σκηνοθετική ματιά του Κουν όχι μόνο έφερε το κοινό κοντά σ’ αυτή τη συγγραφική θεατρική φυσιογνωμία, αλλά κατάφερε να αμβλύνει και τις αιχμηρές αρχικά αντιδράσεις της κριτικής έναντι ενός είδους θεάτρου που δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει και εν συνεχεία φυσικά να αποδεχθεί, καθώς ο ίδιος υποστήριξε τη σπουδαιότητα της δραματουργίας του Πίντερ χωρίς ενδοιασμούς.
Ο δε Βολανάκης κατόρθωσε μέσα από τις σκηνοθετικές του φόρμες να αναδείξει τις θεατρικές αρετές των έργων του Πίντερ.
•«Η ζωή έχει πολλά διαμερίσματα» έλεγε ο Πίντερ κι η σκηνοθέτης Χριστίνα Χριστοφή μέσα απ’ τους ήρωες περιηγήθηκε σ’ αυτά, στην ερημιά τους, στην αποξένωσή τους, στη μεταμόρφωσή τους σε λυσσαλέα τέρατα, στη θλίψη τους, στις ουτοπικές φαντασιώσεις τους, στα δακέθυμα ένστικτά τους, στις σιβυλλικές επιθυμίες τους κι έτσι κατόρθωσε να τους αναδείξει ως οντότητες με υπόσταση και βάθος κι όχι κούφια σχεδιαγράμματα ανθρώπων
Ένα ταξίδι στο Πιντερικό μικροσύμπαν με ή χωρίς ανεπαίσθητους πόνους, αρκεί για να σας αλλάξει την οπτική σας για τη ζωή και το θάνατο, το φως και το σκοτάδι, την αλήθεια και το όνειρο.
*Μαριλιάνα Ρηγοπούλου : Εκπαιδευτικός, σοπράνο, κριτικός Θεάτρου












