
Η πολυεθνική LVMH ολοκλήρωσε τη μεγάλη συμφωνία των 15,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για να αγοράσει το διάσημο αμερικανικό κοσμηματοπωλείο Tiffany & Co. Η LVMH, στην οποία ανήκει ο οίκος μόδας Louis Vuitton, αρχικά συμφώνησε να πληρώσει 16,2 δισεκατομμύρια δολάρια για το Tiffany το 2019, αλλά η αγορά άλλαξε αρκετά από την πανδημία, ώστε μπόρεσε να μειώσει την αρχική τιμή της εξαγοράς.
Είναι ένα μόνο παράδειγμα της θύελλας που έχει προκαλέσει η πανδημία COVID-19 σε πολλές επιχειρήσεις. Υπήρξε μια αύξηση σε παγκόσμιο επίπεδο των συγχωνεύσεων και των εξαγορών από το δεύτερο εξάμηνο του 2020, καθώς οι πιο ισχυροί έσπευσαν να αποκτήσουν τους πιο αδύναμους. Αναφορικά με τον τομέα της τεχνολογίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, της ψυχαγωγίας και των τηλεπικοινωνιών, οι συνολικές συμφωνίες για το έτος ανήλθαν στα 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ.
•Χάρτινοι πύργοι
Πολλές εταιρείες ήταν ευάλωτες ακόμη και πριν από την πανδημία. Για πάνω από μια δεκαετία, τα χαμηλά, ή μερικές φορές αρνητικά, επιτόκια οδήγησαν τις επιχειρήσεις να μειώσουν το χαρτοφυλάκιό τους και να ξεκινήσουν δανεισμούς που τους άφησαν μεγάλα χρέη.
Η συνηθισμένη στρατηγική σε προηγμένες οικονομίες όπως στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη ήταν συχνά ο μέγιστος δανεισμός από τις τράπεζες και τις αγορές για να μεγιστοποιηθούν οι αποδόσεις των κεφαλαίων.
Αλλά στο περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης από την οικονομική κρίση του 2008-09, πολλές εταιρείες παρουσίασαν απογοητευτικές αποδόσεις και το μεγαλύτερο μέρος των κερδών διατέθηκε στις πληρωμές τόκων. Αυτό άφησε πολλές επιχειρήσεις χωρίς μετρητά και χωρίς τη δυνατότητα να επενδύσουν με αποτέλεσμα την εξασθένηση της κερδοφορίας τους – σε πολλές περιπτώσεις, μετατρέποντάς τις σε εταιρείες – ζόμπι, οι οποίες θα εξαφανίζονταν, μόλις η δυνατότητα για πίστωση δυσχέραινε.
Οι ευνοϊκές για την αγορά συνθήκες, που πολλοί θεωρούσαν δεδομένες, έχουν εκλείψει. Τα χαμηλά αποθέματα μετρητών και τα χρέη σε εταιρείες του τουρισμού και της εστίασης, στις αεροπορικές εταιρείες και στις βιομηχανίες, των οποίων οι αλυσίδες εφοδιασμού έχουν κοπεί, έχουν ενταχθεί στις ορδές των εταιρειών – ζόμπι.
•Xρηματοπιστωτική δυσχέρεια
Στην κατάσταση αυτή βρίσκονται εξίσου οι ιδιοκτήτες, δανειστές και αγοραστές. Όταν οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να διατηρήσουν τη ρευστότητά τους, οι τράπεζες δεν τους χορηγούν φθηνά δάνεια ή αναγκάζονται να δεχτούν υψηλότερα επιτόκια δανείου για το υπάρχον χρέος, συχνά αποτυγχάνουν. Συμβαίνει τόσο σε εισηγμένες όσο και σε ιδιωτικές εταιρείες, και ακόμη και εκείνες με ισχυρά περιουσιακά στοιχεία μπορεί να μπουν σε περιπέτειες. Πρέπει είτε να αναδιαρθρώσουν τα χρέη, είτε να βρουν έναν αγοραστή, είτε να κάνουν και τα δύο.
Οι δανειστές βρίσκονται ομοίως υπό πίεση. Οι εταιρικοί κάτοχοι ομολόγων αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο να μείνουν με άχρηστα ομόλογα. Οι τράπεζες πρέπει να αποφασίσουν, εάν πιστεύουν στην πιστοληπτική ικανότητα μιας εταιρείας ή να διαγράψουν μέρος των χρεών τους. Έχοντας μόλις καθαρίσει από τις επιπτώσεις του επισφαλούς δανεισμού μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2008-09, θα βιώσουν μια κακή περίπτωση deja vu. Σε πολλές περιπτώσεις, οι τράπεζες καλούνται να πάρουν λιγότερα ως μέρος μιας εξαγοράς. Ακριβώς όπως οι μέτοχοι της Tiffany πρέπει να σκέφτηκαν, όταν κατέληξαν σε συμφωνία με την LVMH.
Είναι προς το συμφέρον όλων να επιβιώσουν από την τρέχουσα κρίση μέσω διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών, οπότε ένα τεράστιο κύμα συγχωνεύσεων και εξαγορών είναι αναπόφευκτο το 2021. Αυτή η έκρηξη θα αγγίξει πολλούς ανθρώπους. Ίσως ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες εμποδίζουν τις εταιρείες – ζόμπι να κλείσουν είναι για να αποτρέψουν τις μαζικές απολύσεις. Όταν αυτές οι προβληματικές εταιρείες εξαγοραστούν και αναδιαρθρωθούν, θα χάσουν πιθανώς πολλοί άνθρωποι τη δουλειά τους.
Την ίδια στιγμή, ορισμένοι λίγοι υπάλληλοι θα απολαύσουν την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους προσπαθώντας να ανανεώσουν στις θυγατρικές των νέων μητρικών εταιρειών. Εν ολίγοις, έρχεται περισσότερη και κατακλυσμιαία αλλαγή.










