Η πιάτσα του Μάρκου Σεφερλή και τα παιδιά της πρωινής Τι – Βι

Το διαρκές παράπονο του Μάρκου Σεφερλή είναι η ορατότητα. Σχεδόν από καταβολής καριέρας του στο σανίδι αυτοπροβάλλεται ως το ισχυρό αντιπαράδειγμα που κοντράρει μια κυνικά βαρετή θεατρική τάξη. “Εκείνη παίζει σε άδεια θέατρα, εγώ σε γεμάτα” είναι το ηχηρό του αφήγημα. Αν ο αριθμός τιμολογίων που κόβει μια θεατρική επιχείρηση είναι στοιχείο καλλιτεχνικής επάρκειας, τότε ναι κάποιοι τον αδικούν κατάφωρα. Αν όχι όμως;

Ο Μάρκος θα μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του εκφέροντας την άποψή του ακίνδυνα και με απήχηση στο κοινό του -που τελικά μοιράζονται την ίδια επιθυμία, να θεωρηθούν οι παραστάσεις του Μάρκου θέατρο, τα κείμενα που ακούγονται θεατρικοί διάλογοι και εκείνο ως θεατρόφιλο- αν στη μέση, ως φίλτρο κριτικής, δεν έμπαιναν όσα ακούστηκαν από τηλεοπτικά πρωινάδικα γύρω από το πενιχρό πολιτισμικό αποτέλεσμα της τελευταίας παράστασης του.

Αυτή τη φορά, τις τελευταίες δύο εβδομάδες -με αφορμή το σκετς για το Νέμο, το νικητή της Eurovision που παρουσιάζει στο Δελφινάριο, η κόντρα του με παρουσιαστές και συντελεστές τηλεοπτικών εκπομπών δίνουν νέα χροιά στη δεδομένης, δηλωμένης από καιρό ζοχάδας του περί της μη αποδοχής του ως, τελικά, καλλιτεχνικό φαινόμενο.

Η διαμάχη του με τον Φώτη Σεργουλόπουλο μπορεί να περιμένει και φαντάζει δεδομένη για πολλούς λόγους.

Η κόντρα όμως με τα γειτονάκια της δικής του αισθητικής (Λιάγκας, Κατερινοκαινούργιες, Σκορδάδες) προβάλλεται από ‘κείνον ως ανέλπιστη, άρα και προδοτική.

Ο Μάρκος σε stories του στα social media δηλώνει δεξιά και αριστερά πως “με κρίνουν για κάτι χωρίς να έχουν δει την παράσταση μου”.

Ο Σεφερλής δεν έχει ουσιαστικό πρόβλημα με την αντίπερα όχθη.  Την καλλιτεχνική αισθητική που τυλίγει με πηγαίο αυθορμητισμό και εκπτωτική θεατρούτσικη τέχνη ως θολοκουλτούρα.

Η ένστασή του αφορά τα παιδιά που τον καλούν στις εκπομπές τους και διαχρονικά του δίνουν βήμα λόγου.

Μ’ εκείνους ο χαβαλετζής σκετσάρχης έχει πρόβλημα. Ο Μάρκος που -όπως λέει και δεν έχει άδικο σ’ αυτό- βλέπει το θέατρό του διαχρονικά γεμάτο, που τις παραστάσεις του προβάλλουν συχνά τα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας, παραπονιέται στη μιντιακή αγορά που πάντα τον περιέθαλπε με τη στοργή του εμπορικά πετυχημένου καλλιτέχνη και ποτέ με κάτι λιγότερο.