Ρεπορτάζ/Άποψη: Εθνικό Θέατρο: η αποχώρηση, η διαδοχή, το πρόγραμμα. Εικασίες όλα αυτά ή πραγματικότητα; Μπορεί και τα δύο, αφού από τη μια αυτό συζητούνταν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πηγαδάκια αλλά από την άλλη και η ίδια η ζωή έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει τελικά καπνός χωρίς φωτιά. Εκείνο, που, πραγματικά δημιουργεί ερωτηματικά για την δημόσια ανακοίνωση του κ. Μόσχου, είναι το γεγονός της «ξαφνικής» αλλαγής της στάσης του 

Η προχτεσινή παρουσίαση του φετινού προγραμματισμού του Εθνικού Θεάτρου, έμελλε να επισκιαστεί από τη δημόσια δήλωση του καλλιτεχνικού διευθυντή του κ. Γιάννη Μόσχου, παρουσία του υφυπουργού Πολιτισμού κ. Ιάσονα Φωτήλα, ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει ανανέωση της θητείας του που λήγει τον ερχόμενο Δεκέμβριο.

Δε γνωρίζουμε ακριβώς, γιατί ο κ. Μόσχος επέλεξε αυτόν τον αντιθεσμικό και (για να είμαστε ειλικρινείς, εξωστρεφή και εντυπωσιακό) τρόπο να ανακοινώσει την απόφασή του. Γιατί, και είναι προφανές αυτό, τέτοιες αποφάσεις συνήθως ακολουθούν ένα άγραφο πρωτόκολλο και ανακοινώνονται στους πολιτικούς προϊσταμένους που σε επέλεξαν, ώστε να συμβάλλεις στην ομαλή διαδοχή σου. Η κίνηση αυτή του κ. Μόσχου, εικάζουμε ότι εμπεριέχει πίκρα και ίσως και θυμό για τον τρόπο που το ΥΠΠΟΑ, χειρίστηκε (ή δεν χειρίστηκε για να είμαστε ακριβείς) το όλο θέμα.

Το χρονικό

Σε ρεπορτάζ μας τον περασμένο μήνα, είχαμε επιχειρήσει να αποτυπώσουμε το όλο πνεύμα της επικείμενης επιλογής του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου (μπορείτε να διαβάσετε σχετικά ΕΔΩ).

Εκεί, είχαμε αναφερθεί στην απροθυμία του Υπουργείου να ανανεώσει τη θητεία του κ. Μόσχου, ψάχνοντας τις ισορροπίες ανάμεσα σε πρόσωπα και άλλους θεσμούς.

Πιθανότατα, και μιας και το ρεπορτάζ ανανεώνεται και νέα δεδομένα προκύπτουν, κατοπινή πρόθεση του Υπουργείου, ήταν με πρόφαση την κατάρτιση του ρεπερτορίου για όλη τη χρονιά που εισηγήθηκε ο κ, Μόσχος, να ανανεώσει τη θητεία του για ένα χρόνο.

Αυτό ήταν κάτι που ενδεχομένως εξυπηρετούσε χρονικά το υπουργείο σε όλες τις «σκάντζες» και μετατοπίσεις προσώπων από άλλους φορείς.  Και ίσως είναι αυτή η επιλογή του υπουργείου, που ώθησε τον κ. Μόσχο σε αυτήν την  απρόσμενη απόφαση, μιας και ήταν θεμιτή η επιθυμία του –όσο και αν πλέον δηλώνει δημόσια το αντίθετο- να παραμείνει στη θέση του για μια ακόμη τριετία.

Εικασίες όλα αυτά ή πραγματικότητα; Μπορεί και τα δύο, αφού από τη μια όλα αυτά συζητούνταν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πηγαδάκια αλλά από την άλλη και η ίδια η ζωή έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει τελικά καπνός χωρίς φωτιά.

Εκείνο που πραγματικά δημιουργεί ερωτηματικά για την δημόσια ανακοίνωση του κ. Μόσχου, είναι το γεγονός της «ξαφνικής» αλλαγής της στάσης του απέναντι στο θέμα, μιας και από τη σιωπηρή στάση αναμονής που διατηρούσε μετέβη στις εξωστρεφείς δηλώσεις σε ένα απολύτως  δικαιολογημένο από τη μεριά του συγκινησιακά φορτισμένο κλίμα στην Κεντρική Σκηνή του Κτιρίου Τσίλλερ του Εθνικού Θεάτρου. Και κάπως έτσι, μια θεσμική διαδικασία μετατράπηκε σε σαπουνόπερα.

Σε κάθε περίπτωση, και για να είμαστε ειλικρινείς, τη μεγάλη ευθύνη την έχει το Υπουργείο Πολιτισμού. Που προσπαθώντας να βρει τις ισορροπίες, να εξισώσει προσωπικές φιλοδοξίες προσώπων με τις απαιτήσεις των φορέων, και –ως συνήθως- πιστεύοντας πως μπορεί να επιληφθεί των καταστάσεων και να ελέγξει τις διαδικασίες με ακρίβεια (ενώ κατά καιρούς έχει αποδειχθεί η ανεπάρκειά του στο χώρο των παραστατικών τεχνών), άργησε πολύ να προωθήσει τις όποιες εξελίξεις, παρόλο που γνώριζε καλά πως η 1η Οκτωβρίου (η ημέρα που ανακοινώθηκε πριν 3 χρόνια η απόφαση του να τοποθετηθεί στο Εθνικό Θέατρο ο κ. Γιάννης Μόσχος ) ήταν καταλυτική.

Στην προσπάθεια να χειριστεί (για άλλη μια φορά με ερασιτεχνισμό ή υπεροψία) το θέμα, έφερε το Εθνικό Θέατρο στη θέση να διατρέχει (για μια ακόμη φορά) περίοδο εσωστρέφειας.

Όποια και αν ήταν η απόφαση του κ. Γιάννη Μόσχου, ανεξάρτητα από το πότε και γιατί πάρθηκε και το πότε και με ποιο τρόπο ανακοινώθηκε, το Υπουργείο Πολιτισμού όφειλε να έχει διατυπώσει από καιρό τις προθέσεις του και να έχει ξεκινήσει τις όποιες διαδικασίες είχε επιλέξει να ακολουθήσει. 

Και σε αυτό το σημείο, και παρόλη τη κριτική που κατά καιρούς έχουμε ασκήσει στον  κ. Γιάννη Μόσχο και τις διατυπωμένες ανοιχτά διαφωνίες μας, οφείλουμε να του πιστώσουμε την δική του πρόθεση να μη συνεχίσει να γίνεται μέρος μιας υφέρπουσας «καμαρίλας», έστω και αν επέλεξε τον «φωναχτό» δρόμο, δίνοντας έτσι μια ευκαιρία στον εαυτό του να υπερασπιστεί σθεναρά (και είναι θεμιτό αυτό) το δικό του έργο και των συνεργατών του αυτήν την τριετία.

Από την άλλη, ήταν έκδηλη η αμηχανία και σε κάποια σημεία ο εκνευρισμός του υφυπουργού κ. Φωτήλα στις (δικαιολογημένα) επίμονες ερωτήσεις και επισημάνσεις των δημοσιογράφων, ο οποίος  δήλωσε ότι έγινε γνώστης της απόφασης του κ. Μόσχου εκείνη την ίδια στιγμή, αναστέλλοντας στο μέλλον τα θέματα για τις εξελίξεις στο Εθνικό Θέατρο. Να σημειωθεί ότι η υπουργός Πολιτισμόύ κ. Λίνα Μενδώνη απουσιάζει σε αποστολή στη Νότια Κορέα.

Τι μέλλει γενέσθαι

Η απόφαση του κ. Μόσχου και η δημόσια ανακοίνωσή του να μην διεκδικήσει μια εκ νέου τριετία στο Εθνικό Θέατρο, δεν οδηγεί απλά αυτόματα  το Υπουργείο σε μια υποχρεωτική συζήτηση για τη διαδοχή, αλλά έρχεται και ανακατεύει εκ νέου την τράπουλα του όποιου σχεδιασμού, αν είχε εκπονηθεί κάποιος.

Στα ονόματα που έχουν ήδη ακουστεί τις προηγούμενες ημέρες (Κατερίνα Ευαγγελάτου, Μαριάννα Κάλμπαρη, Λευτέρης Γιοβανίδης, Νίκος Διαμαντής) έχει προστεθεί και το πολύ δυνατό όνομα του Μιχαήλ Μαρμαρινού, ο οποίος σύμφωνα με το ρεπορτάζ είναι επιλογή ανωτερου κυβερνητικού κλιμακίου, αλλά  ο ίδιος φέρεται να επιθυμεί με μεγαλύτερη ζέση και προθυμία τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου για την τριετία 2025-2028, παρά την διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου.

Όπως και να έχει, το θέμα που πλέον «καίει» είναι η ίδια διαδικασία.  Η οποία, παρόλα τα όσα έχουν γραφτεί, δεν περνάει μέσα από διαγωνισμό ΑΣΕΠ  και το νόμο Κεραμέως. Σε απάντηση  νομικών κύκλων, η τοποθέτηση καλλιτεχνικών διευθυντών σε πολιτιστικούς φορείς δεν άπτεται του σχετικού νόμου, ο οποίος ενεργοποιείται μόνο στην περίπτωση τοποθέτησης Διοικητικών Συμβουλίων. Υπό αυτό το πρίσμα, το Υπουργείο θα πρέπει να ενεργοποιήσει άμεσα την διαδικασία, βάση της οποίας επιλέχτηκε στη θέση και ο ίδιος ο κ. Γιάννης Μόσχος, ορίζοντας σχετική γνωμοδοτική επιτροπή. Ή (γιατί στην Ελλάδα είμαστε και όλα συμβαίνουν) να επανέρθει με νέο νόμο η απευθείας ανάθεση-τοποθέτηση καλλιτεχνικού διευθυντή από την εποπτεύουσα αρχή του Εθνικού Θεάτρου. Πράγμα, που κατά τη γνώμη μας είναι πολύ πιθανό να συμβεί, μιας και το υπουργείο (το οποίο έχει και το καρπούζι και το μαχαίρι) μπορεί να επικαλεστεί το επείγον της κατάστασης για τον  άμεσο διορισμό καλλιτεχνικής διεύθυνσης στην πρώτη σκηνή της χώρας. Κατά πως βολεύουν και εξυπηρετούν τα πράγματα, δηλαδή «τι έχεις Γιάννη, τ’ είχα πάντα»…

Το ρεπερτόριο του Εθνικού το 2024-2025

Το ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου για το 2024-2025, είναι φανερό πώς καταρτίστηκε κάτω από το βάρος της δικαιολογημένης κριτικής που ο κ. Γιάννης Μόσχος δέχτηκε για τα δύο προηγούμενα χρόνια της θητείας του.  

Χωρίς να έχει γίνει καμία θεματική μετατόπιση από τα προηγούμενα χρόνια, και φέτος προτάσσονται  (με μια κάποια γενικότητα όπως πάντα) οι ανοικτοί πολιτιστικοί διάλογοι, η συμπερίληψη και η  εξωστρέφεια ως πυλώνες του ρεπερτορίου. Ακόμα και το φετινό «μότο» του θεάτρου, το «Ένας κόσμος ανοιχτός», έρχεται να προστεθεί στα εντυπωσιακά αλλά «κούφια» «Είμαστε όλοι διαφορετικοί, είμαστε όλοι ίδιοι».(2022-2023), «Θέατρο για όλες, όλους, όλα» (2023-2024).

Γιατί όσο και αν το «φωνάζει» το Εθνικό, στην πραγματικότητα έχει ερμητικά κλειστές τις πόρτες του στη συντριπτική πλειοψηφία ανθρώπων που μετέχουν ενεργά και διαμορφώνουν ουσιαστικά τα καλλιτεχνικά δεδομένα στην Αθήνα και την Ελλάδα γενικότερα. Είτε πρόκειται για σκηνοθέτες, είτε για ηθοποιούς, είτε για εικαστικούς. Μια πρόχειρη ματιά να ρίξει κανείς θα επισημάνει την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων σκηνοθετών, των ίδιων και των ίδιων ηθοποιών (ακόμα και σε δύο διαφορετικά έργα προφανώς και λόγω συμβάσεων), των ίδιων σκηνογράφων, μουσικών κλπ. Αυτό, βεβαίως, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως μομφή προς του επιλεγμένους καλλιτέχνες, αλλά είναι ένα ερωτηματικό ως προς το πώς και με ποια κριτήρια πρέπει να διαμορφώνει το Εθνικό Θέατρο τον προγραμματισμό με βάση και τις καταστατικές αρχές του.

Έτσι θα δούμε Στάθη Λιβαθινό και επιτέλους Μπρεχτ στο Εθνικό Θέατρο («Η Μάνα Κουράγιο» με την Μπέτυ Αρβανίτη στον ομώνυμο θρυλικό ρόλο-πρόκληση), Μολιέρο και «Σχολείο Γυναικών» από τον Αλέξανδρο Μυλωνά με τον Γιάννη Μπέζο, «Φάουστ» του Γκαίτε από τον Άρη Μπινιάρη και το επικό σε διάρκεια «Η Κληρονομιά μας»  του Μάθιου Λόπεζ από τον ίδιο τον Γιάννη Μόσχο.

Αυτά τα τέσσερα έργα είναι και οι αναφορές του Εθνικού Θεάτρου στην παγκόσμια δραματουργία, σε ένα ρεπερτόριο που θα μπορούσε να πάρει το τίτλο του «διορθωτικού» σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, μιας και φέτος κυρίαρχη είναι η ελληνική δραματουργία, που απουσίαζε σχεδόν ολοκληρωτικά. Βέβαια, και από το φετινό προγραμματισμό απουσιάζουν οι μεγάλοι έλληνες δραματουργοί που καθόρισαν την πορεία του θεάτρου στην Ελλάδα, με μια επιμονή στα πρωτότυπα ολοκαίνουρια κείμενα σύγχρονων συγγραφέων.

Εξαίρεση στον κανόνα αυτό, αποτελεί το έργο του Αλέξη Σολομού, «Ο τελευταίος Ασπροκόρακας», γραμμένο 1945, το οποίο θα σκηνοθετήσει η Έλενα Μαυρίδου στο δικό της «Χώρο», θέατρο το οποίο θα «δανειστεί» το Εθνικό Θέατρο όταν με το καλό αρχίσουν οι εργασίες ανακαίνισης του REX. Στο ίδιο θέατρο θα παίξει και η «Καρυάτιδα» του Γιώργου Καπουτζίδη σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μαυρογεώργη.

«Στο σώμα της» είναι το έργο που υπογράφουν τρεις γυναίκες η Ελένη Ευθυμίου, η Σοφία Ευτυχιάδου (καλλιτεχνική σύμβουλος του Γιάννη Μόσχου) και η Νεφέλη Μαϊστράλη σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου. Θα δούμε ολοκαίνουργιο έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη και μάλιστα σε σκηνοθεσία του ίδιου («Πού οφείλεται τόση όρεξη για ζωή»). Στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής Σκηνής θα δούμε το «Ματαρόα στον ορίζοντα» μουσικό θέατρο από τους Νίκο Κηπουργό και Θοδωρή Αμπαζή με θέμα την μεταφορά της ελληνικής αριστερής διανόησης τα χρόνια του εμφυλίου στη Γαλλία, ενώ στην Οδό Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν θα παρουσιαστεί το νέο έργο της Αλεξάνδρας Κ* «PHILOXENİᾹ» σε σκηνοθεσία Μαρίας Μαγκανάρη, η οποία επιμελείται και το παιδικό-εφηβικό θέατρο του Εθνικού Θεάτρου («Τα Γενέθλια» της Ζωρζ Σαρή από τους Δημήτρη Αγαρτζίδη-Δέσποινα Αναστάσογλου, «Ο Νιλς Χόλγκερσον, η Λιλίκα και τα τέσσερα Πι» του Ηλία Κουνέλα, «Μετά το πάρτι» της Μαρίας Ζαβάκου σε σκηνοθεσία Γιολάντας Μαρκοπούλου). Θα δούμε και δύο επαναλήψεις από την προηγούμενη χρονιά, το «Goodbye Lindita» του Μάριο Μπανούσι, που έχει «σπάσει« τα ταμεία, αυτήν την φορά στην Κεντρική Σκηνή του Τσίλλερ ενώ το μοναδικό έργο της περσινής Πειραματικής Σκηνής Νέων Δημιουργών που «τσούλησε», το έργο του Χρήστου Βακαλόπουλου «Η γραμμή του ορίζοντος» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παύλου, θα μεταφερθεί φέτος στο Θέατρο Χώρα, σε μια συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με το Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο προγραμματισμός της Πειραματικής Σκηνής Νέων Δημιουργών, που φέτος έχει καταρτίσει η Ελένη Ευθυμίου. Είναι αλήθεια πως οι τέσσερις παραστάσεις που τον αποτελούν συγκροτούν ένα ρεπερτόριο δομημένο, με συνάφεια και σχεδιασμό ανοίγοντας την πόρτα σε πραγματικά νέους δημιουργούς. Δραματοποιημένη ελληνική λογοτεχνία («Η λυγερή» του Ανδρέα Καρκαβίτσα  από την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου),  και νεοελληνικό έργο («ΜΑ ΓΚΡΑΝ΄ΜΑ»  από τον Δημήτρη Χαραλαμπόπουλο) θα δούμε στη Σκηνή Κατίνα Παξίνου, ενώ η σύγχρονη διασκευή του κλασικού «Εχθρου του λαού» του Ίψεν  από τον Κωνσταντίνο Βασιλακόπουλο και η θεατρικοποίηση του μύθου της «Πανδώρας»(σύλληψη σκηνοθεσία Ουίτσι) θα ανέβουν στο Σχολείον της Αθήνας-Ειρήνη Παπά

Υγ  Διαβάσαμε δημοσίευση-αγιογραφία του κ.Γιάννη Μόσχου σε Μέσο Μαζικής Δικτύωσης που συνόδευε σχετικό άρθρο για το ρεπερτόριο του Εθνικού, το οποίο βγήκε στον «αέρα» σχεδόν σε χρόνο παράλληλο με την ανακοίνωση της απόφασής του στη συνέντευξη τύπου, πως  ο ίδιος «αντιμετώπισε με ψυχραιμία μια αδιανόητη πολεμική για τις περσινές παραστάσεις».

Θα συνιστούσα στην  έγκριτη αρθρογράφο του pay-roll μέσου που υπηρετεί τον πολιτισμό με λογική εμπορίου και εμπορεύματος  μέσω διαφημιστικών καταχωρήσεων, και που το Εθνικό Θέατρο για αυτό είναι απλά ένας ακόμα πελάτης, να είναι πιο προσεχτική στις εκφράσεις που χρησιμοποιεί γιατί εκτίθεται.

Πολεμική ασκείται όταν κάποιος διεκδικεί κάτι από κάποιον άλλο και έχει ίδια συμφέροντα. Και είναι πολύ επικίνδυνο –ειδικά στην εποχή μας όπου όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται, η κριτική αβασάνιστα να βαφτίζεται «πολεμική» και μάλιστα από ανθρώπους που υπηρετούν τη δημοσιογραφία.

Και, τελικά, εκείνο που προκύπτει  από αυτήν την αποστροφή του λόγου, είναι το πραγματικά «αδιανόητο» στις ημέρες μας: το γεγονός ότι (ακόμα) υπάρχουν στο χώρο πολιτιστικοί συντάκτες που ασκούν με συνέπεια το λειτούργημά τους, τον ερευνητικό κριτικό έλεγχο των θεσμών και φορέων του Πολιτισμού και όσων ηγούνται αυτών.

Καλές οι αγιογραφίες (όσο και αν  η ζωή τις διαψεύδει οικτρά – δε θα θελα να μιλήσω ονομαστικά με παραδείγματα, τα γνωρίζουμε οι άνθρωποι του χώρου), και κατανοητές και δικαιολογημένες όταν μάλιστα το αγιογραφούμενο πρόσωπο είναι φίλος, συνεργάτης από τα παλιά, ομοτράπεζος και συνδαιτυμόνας. Και γι’ αυτό δε σχολιάζονται, επειδή είναι τιμή σου να τιμάς τον φίλο.

Αλλά, ό,τι  φύσει και θέσει αδυνατείς να υπηρετήσεις εσύ μέσα από τη δουλειά σου, άσε να το κάνουν οι άλλοι που έχουν και το σθένος και την ευθυκρισία. Μην ακυρώνεις την αδέσμευτη δημοσιογραφία, που κι εσύ έχεις κληθεί να υπηρετείς…