
Κριτική | «Η κληρονομιά μας» από τον Γιάννη Μόσχο: στεγνή και αποποιημένη
Είναι επαναστατικό και ανατρεπτικό το έργο του Λόπεζ; Το αντίθετο. Χαμένο μέσα στα αναπαραγώμενα κοινωνικά κλισέ, αρνείται να τραβήξει το ροζ γκλαμουράτο πέπλο (έπαθλο της καταναλωτικής ψευδαίσθησης ευμάρειας) της queer κοινότητας και να αντικρίσει αποτελεσματικά την κοινωνική ανισότητα με όρους συλλογικούς, περιοριζόμενο δυστυχώς σε μια βαθιά συντηρητική προσαρμογή των αιτημάτων της. Κάπως έτσι ο Λόπεζ, δείχνει εντέλει να αποποιείται αυτήν την περίφημη «Κληρονομιά», ή τουλάχιστον απλά να την εργαλειοποιεί
Η επιλογή της «Κληρονομιάς μας» του Μάθιου Λόπεζ ως κύκνειο άσμα της τριετούς θητείας του κ. Γιάννη Μόσχου στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου ήταν προδιαγεγραμμένη πως θα λειτουργούσε ως ένα είδος «ανακεφαλαίωσης» της συνολικής αντίληψής του σκηνοθέτη για το ρεπερτόριο που «έχτισε» στο πρώτο θέατρο της χώρας. Αναμφισβήτητα, είναι μια παράσταση που λαμβάνει αυτόν το συμβολισμό, και νομίζω πως και ο ίδιος το επεδίωξε αυτό, αφήνοντας αυτήν την κατακλείδα ως στίγμα του περάσματός του από το Εθνικό Θέατρο.
Και η επιλογή του αυτή, βεβαίως τον δικαιώνει ως προς τον τρόπο –έτσι όπως μας κατατέθηκε στα τρία αυτά χρόνια- που αντιλαμβάνεται (και προώθησε σχεδόν με εμμονή) τα θέματα της κοινωνικής συμπερίληψης. Δεν είναι ωστόσο σίγουρο, ότι όλα αυτά τα χρόνια αναδείχθηκαν ολόπλευρα και πολυπρισματικά αυτά τα θέματα, με τις σωστές διαστάσεις τους αλλά κυρίως με τα ουσιαστικά κοινωνικά διακυβεύματά τους.
Επιστρέφοντας ωστόσο στο έργο και την παράσταση της σκηνής Νίκου Κούρκουλου, το πρώτο που έχουμε να καταθέσουμε είναι ότι βρεθήκαμε μπροστά σε ένα κείμενο επικών μεν διαστάσεων αλλά με σοβαρές δραματουργικές προβληματικές. Δεν είναι μόνο ο τρόπος που χτίζονται ή δεν χτίζονται οι χαρακτήρες, η «περιπατητική» μορφολογία τους, ή ο τρόπος που μπλέκονται τρεις γενιές ομοφυλόφιλων, με κύριο σημείο αναφοράς την επιδημία του AIDS. Δεν είναι καν η φλύαρη επαναληπτικότητα του στις θεματικές που απλώνεται. Είναι περισσότερο οδυνηρή, η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα που προσπαθεί ο συγγραφέας να «ντύσει» το περιβάλλον του, μέσα σε ένα κλίμα αβάσταχτης ελαφρότητας και επιδερμικότητας, περιοριζόμενος στην τεχνική του εκβιασμού του συναισθήματος και αρνούμενος να μπαίνει στην ουσία των ζητημάτων που διαπερνούν το έργο.
Μια χούφτα μπουρζουά gay, και η προσκολλημένη σε αυτούς παρέα τους που φλυαρούν, χασκογελούν, τυρβάζουν σε πολυτελή νεοϋορκέζικα λοφτ δε γνωρίζω κατά πόσο μπορούν να εκφράσουν, να αποτυπώσουν τις κοινωνικές ανισότητες που ζει η ΛΟΑΤΚΙΑ κοινότητα σήμερα, πόσο μάλλον να επιτύχει αυτή η ιστορική ανασκόπηση της. Κι ενώ το έργο συναντιέται τόσο με την ακαδημαΐκή gay διανόηση (κι αυτή η συνάντηση ωστόσο χρησιμοποιείται ως επικάλυψη σοβαροφάνειας στην ελαφρή αντιμετώπιση των ζητημάτων), όσο και με τη λούμπεν πλευρά της ομοφυλόφιλης κοινότητας (αν και δε δίνει πειστικές δραματουργικές λύσεις και απαντήσεις και δεν τοποθετείται στις γενεσιουργικές αιτίες αυτής της λουμπενοποίησης), προτιμά να αγνοεί τη γεμάτη ανισότητες ζωή του ομοφυλόφιλου, ανισότητες στις κοινωνικές, οικογενειακές, εργασιακές σχέσεις που τις βιώνει με τον πλέον άγριο τρόπο.
Είναι προφανές, ότι τον Λόπεζ, δεν τον ενδιαφέρει οποιαδήποτε κοινωνικοοικονομική θεώρηση, είναι προφανές ότι προσπαθεί να μιλήσει για τη gay κοινότητα με σαφές ταξικό πρόσημο των αστών και με μια άνεση νεοπλουτιστικής λογικής. Ίσως γιατί, ξεκινά από λάθος βάση, μιας και προσλαμβάνει τους ομοφυλόφιλους ως ξεχωριστό και διακριτό κομμάτι της κοινωνίας, που λειτουργεί ανεξάρτητα από τους κοινωνικούς νόμους. Το αποτέλεσμα αυτής της ελιτίστικης αντίληψης, είναι ένα έργο που ενώ έχει όλες τις προϋποθέσεις για μια ενδελεχή ρεαλιστική ματιά επί των τύπων των ήλων, να περιορίζεται σε μια αισθητική σαπουνόπερας, τηλεοπτικής υφής, με βαρύγδουπο λόγο (φωσκολικό θα τον χαρακτηρίζαμε για να είμαστε πιο κατανοητοί), και με προβλέψιμη και προδιαγεγραμμένη μελό καταβύθιση. Και είναι κρίμα.
Κάπως έτσι μιλά με γενικά και αόριστα τσιτάτα περί ανθρώπινης κατανόησης και ενσυναίσθησης, ο βιομήχανος χαριεντίζεται με τον εργαζόμενο στο όνομα πάντα της συμφιλίωσης μιας και οι σεξουαλικές προτιμήσεις αποκτούν διαστάσεις συνεκτικού κρίκου (!), ο πλούσιος φυσικά πάντα έχει το δικαίωμα να «νοικιάζει» το φτωχό (η παράσταση το νομιμοποιεί στο απόλυτο), επιδερμικά αναπαράγεται ένα πανομοιότυπο δραματουργικό πρότυπο του Πυγμαλίωνα (πως αλλιώς να δικαιώσει μια τέτοια σχέση), και βεβαίως υπακούει στο νόμο της φιλελεύθερης αντίληψης, ότι για παράδειγμα εάν ένα παιδί της εργατικής τάξης καταλήξει στα ναρκωτικά είναι απλά ένα «πρεζάκι», ενώ εάν το ίδιο συμβεί σε ένα παιδί της αστικής τότε «παλεύει με τους δαίμονές του». Έτσι, αναφέρουμε για να δικαιώσουμε το λόγο μας, η παράσταση νομιμοποιεί με τον τρόπο της το γεγονός ότι ο φτωχός gay είναι αυτός που «ενοχλεί» ενώ ο πλούσιος στέκει ανέγγιχτος (για να θυμηθούμε και την περίπτωση του «δικού» μας αδικοχαμένου Ζακ).
Ακόμα και όταν δεν καταπιάνεται με τα στερεότυπα που έχουν χρεωθεί οι όπου γης και χρόνου ομοφυλόφιλοι (ελευθεριότητα στο σεξ, ναρκωτικά, αλκοόλ, ανόητη ευθυμία, έφεση στις διασκεδάσεις και μόνο), ακόμα και όταν πολιτικολογεί ο Λόπεζ (ή το επιχειρεί τουλάχιστον), περιορίζεται σε μια επιδερμική αναπαράσταση κοκορομαχίας δημοκρατικών-ρεπουμπλικάνων στα αμερικανικά πρότυπα και σε μια ρητορεία μηρυκασμού των ευεργετήματων του «αμερικάνικου ονείρου».
Όλες οι δραματουργικές λύσεις του (η ομοιότητα του αντικείμενου του πόθου νεαρού ηθοποιού με τον έτερο εκδιδόμενο νεαρό, η αναπάντεχη εμφάνιση στο φινάλε της γυναίκας-σύμβολο των μητέρων, η σκηνική εμφάνιση του συγγραφέα Φόρστερ κλπ) είναι προφανές αποτέλεσμα δραματουργικών του αδιεξόδων και συμπίεσης συναισθημάτων.
Κάπως έτσι συμβολοποιείται το σπίτι στην εξοχή με την κερασιά, καταφύγιο και ελπίδα των ανθρώπων που υπέφεραν και κατέληξαν από AIDS, κάπως έτσι υπαγορεύεται ο «φιλάνθρωπος» ατομικισμός που γεννά συγκίνηση και συναίσθημα, μακριά και έξω από οποιαδήποτε κοινωνική συνοχή και συμπερίληψη.
Είναι επαναστατικό και ανατρεπτικό το έργο του Λόπεζ; Το αντίθετο. Χαμένο μέσα στα αναπαραγώμενα κοινωνικά κλισέ, αρνείται να τραβήξει το ροζ γκλαμουράτο πέπλο (έπαθλο της καταναλωτικής ψευδαίσθησης ευμάρειας) της queer κοινότητας και να αντικρίσει αποτελεσματικά την κοινωνική ανισότητα με όρους συλλογικούς, περιοριζόμενο δυστυχώς σε μια βαθιά συντηρητική προσαρμογή των αιτημάτων της. Κάπως έτσι ο Λόπεζ, δείχνει εντέλει να αποποιείται αυτήν την περίφημη «Κληρονομιά», ή τουλάχιστον απλά να την εργαλειοποιεί.
Η παράσταση του Γιάννη Μόσχου, οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, χρωστάει πολλά στην ερμηνευτική δεινότητα του δυναμικού της. Παρόλο που η σκηνοθετική γραμμή δεν προσπάθησε ούτε λεπτό να υπερβεί αυτή τη μονοδιάστατη δραματουργία του Λόπεζ, παρόλο που απέτυχε να φωτίσει και να ξεδιαλύνει την περιπλοκότητα και την ανάμειξη προσώπων και εποχών, παρόλο που υπάκουσε σε αυτήν την «περιπατητική» ανάπτυξη των χαρακτήρων, όπου η σκηνική συμπεριφορά τις περισσότερες φορές περιοριζόταν στο σχήμα «εμφάνιση-αφήγηση-αποχώρηση», βουλιάζοντας εντέλει το όλο εγχείρημα, είδαμε ηθοποιούς να αντιστέκονται εμφανώς σε όλη αυτή τη στεγνότητα και τη σκηνική ξηρασία. Ένας έμπειρος Κώστας Μπερικόπουλος με μέτρο στο συναίσθημα, χωρίς υπερφίαλες δραματουργικές εξάρσεις, ο πάντα σταθερός Θέμης Πάνου, νομίζω δεν υπάρχει στην Ελλάδα αξιότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης Βρετανικής υποκριτικής σχολής, ένας Κώστας Νικούλι που έχει διανύσει χιλιόμετρα υποκριτικής εξέλιξης από το ξεκίνημά του έως σήμερα και ένας Γιώργος Χριστοδούλου στην πιο ώριμη και μεστή στιγμή του. Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου φέρνει στην επιφάνεια με απόλυτη συνέπεια όλα αυτά για τα οποία δημιουργήθηκε ο ρόλος της από το συγγραφέα, ξεπερνώντας τον σκόπελο του πιο «εγκάθετου» ίσως δραματουργικού ρόλου του έργου. Ο Άγγελος Μπούρας, κούμπωσε στον απόλυτο βαθμό και με ανάγλυφες αποδόσεις σε όλη την ενέργεια του ρόλου. Αλλά και το υπόλοιπο ανσάμπλ Γιώργος Ζιάκας, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Γιώργος Μακρής, Στέφανος Μουαγκιέ, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Θανάσης Ραφτόπουλος, απέδωσαν με επάρκεια τους μετέωρους ήρωες του Λόπεζ παρόλη τη σκηνοθετική και σκηνογραφική στατικότητα,.
Η ανέμπνευστη σκηνογραφία της Τζίνας Τζόκα (αλλά και τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα) παρόλο τα φιλότιμα φωτα της Χριστίνας Θανασούλα και τη μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, είναι η αλήθεια ότι δε βοήθησε καθόλου τόσο στην ανακούφιση μιας εξάωρης παράστασης, όσο στη λειτουργικότητά της ως πεδίο δράσης των ηθοποιών. Μια απεικόνιση ενός τσιμεντένιου οικοδομήματος με καμάρα, και ανάγλυφο τον Κώδικα Μπράιγ (;) στη λεπτομέρεια του, δεν είχε κανένα σύνδεσμο επικοινωνίας ούτε με το έργο, ούτε με την παράσταση. Αντίθετα, βρήκαμε ταυτόσημα επαναλαμβανόμενα στοιχεία σκηνογραφίας σε προηγούμενες δουλειές του κ. Μόσχου όπως στην «Πόλη» (Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, 2018) και στο «’Ηταν όλοι τους παιδια μου» (Εμπορικόν, 2016). Κρίμα, γιατί το έργο έδινε από μόνο του τη σκηνογραφική λύση, με την περίφημη κερασιά του, που θα μπορούσε να γίνει το σημείο αναφοράς της «Κληρονομιάς» μας.
Η παράσταση παίζεται στη Σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Κτηρίου Τσίλλερ του Εθνικού Θεάτρου. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόσχος
Σκηνικά: Τίνα Τζόκα
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Κίνηση: Ανθή Θεοφιλίδη
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Βοηθός σκηνοθέτη: Θωμαΐς Τριανταφυλλίδου
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστιάννα Δημητρά
Βοηθός σκηνογράφου: Κυριακή Φόρτη
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλέξανδρος Γαρνάβος
Βοηθός φωτιστή: Ιφιγένεια Γιαννιού
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Ζιάκας, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Γιώργος Μακρής, Στέφανος Μουαγκιέ, Κώστας Μπερικόπουλος, Άγγελος Μπούρας, Κώστας Νικούλι, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Θέμης Πάνου, Θανάσης Ραφτόπουλος, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Γιώργος Χριστοδούλου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Βίντεο: Νίκος Πάστρας













