
Οι φωτογραφίες της Καισαριανής και η βολική αμνησία... Και η μεγαλύτερη ασέβεια για τη θυσία τους, είναι να τους αρνηθεί κανείς την ιδιότητα του κομμουνιστή, για την οποία όχι μόνο υπήρξαν περήφανοι αλλά έδωσαν και τη ζωή τους γι’ αυτήν. Αρνούμενοι να ομολογήσετε, έστω και συμβιβαστικά, την αδιάσειστη αυτή ιστορική αλήθεια, είναι σαν να τους «στήνετε» στη μάντρα για δεύτερη φορά. 82 χρόνια μετά τους δολοφονείτε και πάλι. Και πάλι με τη σφραγίδα του Ελληνικού Κράτους.
Υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία δεν αφήνει περιθώρια για ουδέτερες λέξεις. Υπάρχουν τεκμήρια που δεν επιδέχονται εξωραϊσμό, ούτε πολιτική διπλωματία. Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Σκοπευτήριο Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 είναι ακριβώς αυτό: ένα ντοκουμέντο που δεν επιτρέπει μισόλογα.
Κι όμως, μπροστά σε αυτό το συγκλονιστικό ιστορικό τεκμήριο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης βρήκε τον τρόπο να κάνει ακριβώς αυτό: να μιλήσει πολύ, χωρίς να πει το ουσιαστικό.
Πόζαρε μπροστά στις φωτογραφίες, μίλησε για «ρίγος», για «υπερηφάνεια», για «ενιαία Εθνική Αντίσταση» και – κυρίως – για μια μνήμη «πέρα από ιδεολογίες και κομματικές ταυτίσεις». Μόνο που η Ιστορία δεν λειτουργεί έτσι. Δεν είναι αφηρημένη συγκίνηση, ούτε εθνικό αφήγημα κομμένο και ραμμένο για πολιτική κατανάλωση.
Είχε προηγηθεί η οργισμένη και αμήχανη αντίδραση της Υπουργού Πολιτισμού, κ. Λίνας Μενδώνη, όταν στη συνέντευξη τύπου που παρέθεσε για τις φωτογραφίες της επισημάναμε (μόνο εμείς και η ανταποκρίτρια του Ισπανικού πρακτορείου ειδήσεων) ότι τόσο η ίδια, όσο και οι επιστήμονες ερευνητές που αποτέλεσαν την επιτροπή του υπουργείου για τη γνωμοδότηση της γνησιότητας των φωτογραφιών απέφυγαν επιμελώς στις τοποθετήσεις τους να αναφερθούν στους κομμουνιστές αγωνιστές, μιλώντας γενικά και αόριστα για «πατριώτες» και «Έλληνες».

Θύμωσε η κ. Μενδώνη, έχασε την ψυχραιμία της, και το μόνο που βρήκε να πει ψελλίζοντας (και κερδίζοντας το μειδίαμα όλων των παρευρισκομένων) είναι ότι «δεν φακελώνει ανθρώπους»!
Δυστυχώς, για άλλη μια φορά, ακόμα και τώρα με την ύπαρξη αυτών των φωτογραφιών, το σύγχρονο ελληνικό κράτος (απόγονος του ίδιου μεταπολεμικού κράτους στην Ελλάδα) και οι υπηρέτες του, αδυνατούν να κοιτάξουν κατάματα την ιστορία τους. Κυνηγημένοι, θαρρείς, από φαντάσματα, δεν τολμούν ούτε καν να ψελλίσουν την ιστορική αλήθεια.
Κύριε πρωθυπουργέ της Ελλάδας, κυρία Μενδώνη…
Οι άνθρωποι που βλέπουμε στις φωτογραφίες να στέκονται μπροστά στα πολυβόλα, μια ανάσα πριν τον θάνατο, «από τη ζωή στο θάνατο», όπως χαρακτηριστικά είπατε, δεν ήταν απλώς «παιδιά της Ελλάδας». «Παιδιά της Ελλάδας» ήταν και οι μαυραγορίτες και οι δωσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες της προγονικής σας παράταξης. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν Έλληνες κομμουνιστές. Ήταν στην πλειοψηφία τους μέλη ή αγωνιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και άλλων κομμουνιστικών σχηματισμών, άνθρωποι που βρέθηκαν στις φυλακές της δικτατορίας του χαϊδεμένου σας Ιωάννη Μεταξά, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν και τελικά παραδόθηκαν από το ελληνικό κράτος στους ναζί κατακτητές.
Δεν βρέθηκαν στον τοίχο της Καισαριανής «πέρα από ιδεολογίες». Βρέθηκαν εκεί ακριβώς εξαιτίας τους. Το ίδιο το ανακοινωθέν των ναζιστικών αρχών κατοχής ήταν απολύτως σαφές: επρόκειτο για αντίποινα εναντίον «κομμουνιστών». Καμία ιστορική αμφιβολία, καμία γκρίζα ζώνη. Η ιδεολογία τους ήταν το έγκλημά τους στα μάτια του ναζισμού. Και η μεγαλύτερη ασέβεια για τη θυσία τους, είναι να τους αρνηθεί κανείς την ιδιότητα του κομμουνιστή, για την οποία όχι μόνο υπήρξαν περήφανοι αλλά έδωσαν και τη ζωή τους γι’ αυτήν. Αρνούμενοι να ομολογήσετε, έστω και συμβιβαστικά, την αδιάσειστη αυτή ιστορική αλήθεια, είναι σαν να τους «στήνετε» στη μάντρα για δεύτερη φορά. 82 χρόνια μετά τους δολοφονείτε και πάλι. Και πάλι με τη σφραγίδα του Ελληνικού Κράτους.
Ο σύγχρονος πολιτικός λόγος σας, εμποτισμένος με την κρυπτοφασιστική θεωρία των δύο άκρων και την αντιεπιστημονική εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού, επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την πραγματικότητα σε μια άχρωμη, άοσμη εθνική μνήμη. Σε μια αφήγηση όπου όλοι χωρούν – αρκεί να εξαφανιστεί το πολιτικό περιεχόμενο της θυσίας.
Αυτή η εξίσωση δεν είναι απλώς ιστορικά λανθασμένη. Είναι πολιτικά βολική και επικίνδυνη,
Γιατί η αλήθεια είναι πιο άβολη: η μαζική αντίσταση στον ναζισμό οργανώθηκε κυρίως μέσα από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, με κορμό το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στρατεύτηκαν σε έναν αγώνα που δεν ήταν μόνο εθνικός, αλλά και βαθιά πολιτικός. Δεν αγωνίστηκαν μόνο για μια ελεύθερη Ελλάδα – αλλά και για μια διαφορετική Ελλάδα.
Και αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή κάποιοι σήμερα, μαζί τους κι εσείς, προτιμούν μια «ασφαλέστερη» εκδοχή της μνήμης.
Οι φωτογραφίες που επαναπατρίστηκαν από τη λεγόμενη συλλογή Χόιερ – τραβηγμένες από έναν αξιωματικό της Βέρμαχτ – είναι σπάνια τεκμήρια της ναζιστικής κατοχής. Το ελληνικό κράτος σωστά κινήθηκε για την απόκτησή τους, την ανακήρυξή τους ως μνημεία και την ένταξή τους στο δημόσιο αρχείο. Και σωστά το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας σχεδιάζει τη δημιουργία Εθνικού Φωτογραφικού Αρχείου για τη διαφύλαξη τέτοιων μνημείων μνήμης. Άσχετα από το πως τελικά θα χρησιμοποιηθεί και με ποιο τρόπο θα εργαλειοποιηθεί. Αν θα προσφέρει στην επιστημονική ιστορική έρευνα ή στην αλλοίωση και το «ξαναγράψιμο» της ιστορίας, μια επιχείρηση που έχει επιστρατευτεί δυναμικά τα τελευταία χρόνια.
Όμως τα ιστορικά τεκμήρια δεν είναι διακοσμητικά. Δεν υπάρχουν για να συνοδεύουν συγκινητικές δηλώσεις μπροστά στις κάμερες. Υπάρχουν για να θυμίζουν κάτι απλό αλλά δύσκολο: ότι η Ιστορία γράφεται από ανθρώπους με όνομα, ιδέες και επιλογές. Και εκείνοι που στέκονται στις φωτογραφίες της Καισαριανής, με τις γροθιές υψωμένες μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, δεν ζήτησαν ποτέ να τους θυμόμαστε «πέρα από ιδεολογίες».
Ζήτησαν – και το πλήρωσαν με τη ζωή τους – να τις υπερασπιστούν.












