Για τον Σάμιουελ Μπέκετ η επανάσταση αποτελεί ένα κράμα όπου η άρνηση συνδέεται με το κάλλος

κείμενο: Απόστολος Αποστόλου*

«Παρατηρώντας τον Μπέκετ» ήταν ένα άρθρο που έγραψε ο Φιλίπ Σολέρς το Νοέμβριο του 1992 (Le Monde del livre), μιλώντας για το βιβλίο του Αντρέ Μπερνό με τίτλο «Η φιλία του Μπέκετ (1979-1989 Εκδ. Hermann 112, σελ.)». Ένα βιβλίο που μας άφησε την εικόνα του Μπέκετ, εκείνης της προσωπικότητας που διέθετε τη σπάνια γοητείας της σιωπής.

Να θυμίσουμε ότι ο Σάμιουελ Μπέκετ ζούσε στο Παρίσι απέναντι από τις φυλακές, σ’ ένα σπίτι σχεδόν άδειο από έπιπλα. (Ειρήσθω εν παρόδω και ο Ανδρέας Κάλβος στο σπίτι του είχε ελάχιστα έπιπλα που ο ίδιος τα έβαφε μαύρα. Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε τι έγραφε ο Τσέχωφ: «Φορώ μαύρα γιατί πενθώ για τη ζωή μου»).

Ο Σάμιουελ Μπέκετ ζούσε στην ίδια πολυκατοικία με τη σύντροφο της ζωής του Σουζάν Ντεσεβέ, (η οποία έγραφε μυθιστορήματα και μαζί έραβε τουαλέτες) ήταν η γυναίκα που τον έσωσε από τους ναζί, αλλά ζούσαν σε διαφορετικά διαμερίσματα.

Ως συγγραφέας, αλλά και ως χαρακτήρας απέφευγε τα λόγια του αφρού, τη λιβανιστική τέχνη των επαίνων, τα ένδοξα κλισέ και τα καθημαγμένα λογοτεχνικά ακροατήρια. Ο Μπέκετ υπήρξε μια σπάνια προσωπικότητα που απεκδύθηκε τους τίτλους και τους ρόλους. Μάλιστα ο Ιρλανδός νομπελίστας τόνιζε: «Δεν είμαι διανοούμενος, είμαι μονάχα μια ευαισθησία». Κάποιο βράδυ κινούμενος στους δρόμους του Παρισιού δέχθηκε την επίθεση από ένα μαστροπό, τραυματίστηκε σοβαρά και σώθηκε από θαύμα.

Μπέκετ

Ο Μπέκετ ήταν φτιαγμένος από την άγρια ιρλανδική ομορφιά, από τα αρχαία δάση της πατρίδας του και τους απόκρημνους βράχους, από την ηρεμία που προσφέρουν οι ιρλανδικές αμμώδεις παραλίες. Ήξερε να επιβιώνει σε σκληρές καταστάσεις, διέθετε καρτερικότητα μαζί με αδιάλυτη ορμή. Είχε υιοθετήσει τους αρχαίους φθόγγους της εφτασφράγιστης σιωπής της Σφιγγός και έτσι είχε εισέλθει άλλες εμβιώσεις.

Ο Σάμιουελ Μπέκετ ήταν η ποιητική επανάσταση μιας ζωής όπου η επανάσταση δεν ήταν μια υπόθεση των κράσπεδων στις πόλεις αλλά περνούσε σαν απόλυτη άρνηση. Μια άρνηση που γίνεται απόλυτη απουσία από τους παφλασμούς μια ζωής, η οποία χάνεται πριν ακόμη συστηθεί ως έκφραση γιατί βουλιάζει στο πολτώδες ακροατήριο του «τίποτε» με το «καθόλου». Εκεί όπου οι ευκολίες, οι κοινοτυπίες, οι νευρώσεις, οι ασημαντολογίες, κάνουν τρελές υπερωρίες και γίνονται ριπές κατά βολάς όλη μέρα.

Για τον Σάμιουελ Μπέκετ η επανάσταση αποτελεί ένα κράμα όπου η άρνηση συνδέεται με το κάλλος, υπάρχει εκεί όπου ο λόγος λειτουργεί ως άλκαλι και ενώνει όλες τις ανατροπές που πάνε πέρα από τις μεταφορές και τις μετωνυμίες και γίνονται μαχητικότητες.

Τι έγραφε όμως ο Φιλίπ Σολέρ για το βιβλίο του Αντρέ Μπερνό. Όταν ο Μπερνό συνάντησε τον Μπέκετ ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχε διαβάσει τα βιβλία του Μπέκετ και τον έβλεπε τακτικά μέχρι το θάνατο του. Δεν υπήρχε κανένα σχέδιο σ’ αυτές τις συνομιλίες ή καλύτερα θα λέγαμε ότι υπήρχε μια συμφωνία με την ελευθερία. Ο Μπέκετ περπατούσε, ομιλούσε, σιωπούσε, εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν. Κάποιες φορές μάλιστα τόνιζε ο Μπερνό «θυμάμαι σκύψαμε λίγο για να αφουγκραστούμε την πλατιά ανάσα της σιωπής».

Και ο Φιλίπ Σολέρ θα παρατηρήσει: «Ιδού μια ήπια και βίαια αντικοινωνική πράξη. Όμως μέσα από αυτή την αντικοινωνικότητα ακολούθησε μια φιλία, δηλαδή ένα μυθιστόρημα. Ένας συγγραφέας μπορεί να είναι μεγάλος ή ιδιοφυής αλλά, στο κάτω-κάτω είναι και ένα ανθρώπινο ον, όπως όλοι με τα λάθη τους, τις αδυναμίες τους, τις παραξενιές τους, τα ελαττώματα τους, τη μικρότητα τους, τις νευρώσεις τους και, μερικές φορές, τη θηριωδία τους. Ο Μπερνό επεσήμανε την ακραία, φανερή ωραιότητα του Μπέκετ, θα γράψει ο Φιλίπ Σολέρ. Ωστόσο θα τονίσει ότι «η ωραιότητα αντιφάσκει αμέσως με μια εκπληκτική δύναμη εξάλειψης. Ιδού ένας άνθρωπος διάσημος, παγκοσμίως γνωστός, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο οποίος επιδεικνύει μια παράξενη άνεση στο να μην είναι τίποτα.» Αυτή φιλία μεταξύ τους έγινε ένα μυθιστόρημα, θα πει ο Φ. Σολέρ «γιατί οι φιλίες είναι μυθιστορήματα. Ο Μπερνό άκουγε τον Μπέκετ με το αυτί του μουσικού. Δημιουργήθηκε μέσα από τις συζητήσεις μια ταύτιση ανάμεσα στο σώμα και τη γλώσσα, πράγμα που σημαίνει ότι εισέρχεται και πάλι το ερώτημα της ενσάρκωσης. Μια όμως αδύναμη ενσάρκωση και αυτό γιατί σ’ έναν κακό ή μέτριο συγγραφέα αισθανόμαστε αμέσως την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που γράφει και σ’ αυτό που είναι. Αλλά ο Μπέκετ είναι ο ίδιος πάντα, είναι αυτή η μη αναγώγιμη απρόσωπη μαγεία. Είχε ένα δικό κόσμο που απομένει ακόμη να τον ανακαλύψουμε. Δεν διέθετε καμιά απελπισία αλλά μια περίεργη και πρωτοφανής ελπίδα που δεν μπορούν οι σημερινοί καιροί να την ανακαλύψουν, γιατί είναι σάπιοι και εκείνος υπονοούσε , πρότεινε, χωρίς κάποια προφητική στάση γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αξιοθρήνητο. Χωρίς έμφαση, εμπνευσμένο ύφος, και προφητείες, ήταν σαν τόνος ειρωνείας που βγαίνει από τον ήχο ενός πιάνου, για την ακρίβεια ήταν η στιγμή που τα δάκτυλα αγγίζουν το κλαβιέ (τα πλήκτρα) του πιάνου και βγαίνει ένας ήχος καλοσύνης απέναντι στις μεγάλες λέξεις και στα φονικά αποτελέσματα. Η παρουσία και η εικόνα του Μπέκετ μέσα από το βιβλίο του Μπερνό, γίνεται ριζική αντίθεση, μια λευκή φωνή που καταλήγει σε μια φωνητική σκιά συμπόνιας».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Σ. Μπέκετ γλιστρούσε τόσο με τη γραφή του, όσο και με τη ζωή του, από όλες τις προειλημμένες αντιλήψεις του κόσμου μας. Έβλεπε τα «βλέψιμα» και μαζί τα «άβλεπτα», γι΄ αυτό εκινείτο μέσα στη σιωπή. Γνώριζε από διαίσθηση ή από συμπυκνωμένη υποψία εκείνο που έλεγε η Marceline Desgordes – Valmore «η αλήθεια έρχεται από την μακρινή σιωπή που την ακούς δίχως φόβο»

*Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας