Κριτική – Η Μούσα του Μπονάρ | Η ταινία του σκηνοθέτη / σεναριογράφου Μαρτέν Προβόστ για τη ζωή και τη σχέση του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονάρ με τη Μαρτ ντε Μελινί βγαίνει στα σινεμά την Πέμπτη 1 Αυγούστου.

Η Μούσα του Μπονάρ (2023) – Είναι οξύμωρο το γεγονός ότι, για έναν καλλιτέχνη που στην εποχή του βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της πρωτοπορίας, ο Μαρτέν Προβόστ καταλήγει να του αφιερώνει ένα τόσο μπανάλ φιλμ.

Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν στηρίζεται πάνω στα όποια πραγματικά γεγονότα έχουν καταγραφεί ιστορικά κι εντάσσονται στον σκελετό της δραματουργίας, αλλά στο πώς διαβάζει το σενάριο την εν λόγω προσωπικότητα και τους ανθρώπους που την επηρέασαν διαχρονικά. Και δυστυχώς οι κλισέ αντιλήψεις γύρω από τον έρωτα, το σεξ, την ταυτότητα του δημιουργού και την κοινωνική καταξίωση «πνίγουν» τις δυνατότητες που υπήρχαν για ένα βιογραφικό δράμα που μπορεί να έκανε τη διαφορά.

Η Μούσα του Μπονάρ – Ένα από τα πολλά ζητήματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της θέασης είναι ότι ο ίδιος ο κινηματογραφικός χαρακτήρας του Μπονάρ δεν είναι ελκυστικός μ’ έναν τρόπο που να υπερβαίνει ένα εγκυκλοπαιδικού τύπου ενδιαφέρον για το πραγματικό πρόσωπο. Το αντίθετο μάλιστα, κάποια γνωρίσματά του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μέχρι και απεχθή (ναρκισσισμός, ανευθυνότητα, τάση προς χειραγώγηση), αλλά το κείμενο μέσα από συγκεκριμένες επιλογές ξεκαθαρίζει πως τον αντιμετωπίζει με ξεκάθαρα θετικό πρόσημο, ούτε καν κάπως αμφίσημα, κάτι που αποδεικνύεται εξόχως προβληματικό, ειδικά όσο περνούν τα λεπτά της διάρκειας.

Και οι δεύτεροι ρόλοι ακόμη ελάχιστες φορές ξεφεύγουν από τη σφαίρα του στερεοτυπικού, οπότε ο θεατής μένει ξεκρέμαστος παρακολουθώντας «μισοψημένες» διαπροσωπικές σχέσεις που ελάχιστα θυμίζουν πραγματική ζωή, ούτε όμως είναι αρκούντως συναρπαστικές σ’ ένα διανοητικό επίπεδο ώστε να συγχωρείται η έλλειψη αληθοφάνειας σε αυτό το πεδίο. Αυτό αποβαίνει μοιραίο ειδικά για την κεντρική ερωτική ιστορία που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής ανάμεσα σε Μπονάρ και Μαρτ ντε Μελινί και η οποία αντιμετωπίζεται σχεδόν «εξωτικά», όχι ως κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει μια ταύτιση.

Φάουλ είναι επίσης το γεγονός ότι ελάχιστα γεγονότα εξιστορούνται από τη δημιουργική πορεία του σπουδαίου ζωγράφου για να δοθεί έμφαση κυρίως στο ρομαντικό κι ερωτικό κομμάτι, σκιαγραφώντας έτσι μια μεγάλη εικόνα που δεν έχει το εύρος που θα της άρμοζε.

Υπάρχουν πάντως κάποια στοιχεία που μπορούν να αναγνωριστούν θετικά, όπως η όμορφη φωτογραφία του Guillaume Schiffman, σταθερού συνεργάτη του Michel Hazanavicius, αλλά και η επιμονή σε ρυθμούς ελαφρώς πιο αργούς από τον μέσο όρο ακόμη και της ευρωπαϊκής κινηματογραφίας σήμερα, που παίρνουν τον χρόνο τους για να χτίσουν μια κάποια ατμόσφαιρα.

Το αδύναμο σύνολο αδικεί και μια αξιόλογη ερμηνεία από τη μεριά της Σεσίλ ντε Φρανς, που κατορθώνει να χωρέσει κάτω από την ίδια νοητή ομπρέλα πολλές αντιφατικές πλευρές μιας ηρωίδας που δεν θα μπορούσε να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις, αλλά και να αποτυπώσει πειστικά τις εσωτερικές της μεταβολές σ’ ένα βάθος χρόνου όπου τα διλήμματα και οι συνθήκες που την περιτριγυρίζουν αλλάζουν. Συγκριτικά ο Βενσάν Μακέν ως πρωταγωνιστής είναι πιο επίπεδος, αν κι έχει κάποιες δυνατές στιγμές που ξεχωρίζουν.

Το λυπηρό είναι ότι η «Μούσα του Μπονάρ» χάνει την ευκαιρία να συστήσει σ’ ένα μη μυημένο κοινό το σημαντικό έργο ενός ζωγράφου επιδραστικού και πέραν των ορίων του χώρου που υπηρέτησε όσο βρισκόταν εν ζωή, για να ασχοληθεί κατά κύριο λόγο με υποθέσεις της καρδιάς, οι οποίες όμως εξιστορούνται με πολυχρησιμοποιημένα σχήματα και δίχως μια λεπτότητα που θα τις αναδείκνυε καλύτερα.

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Μαρτέν Προβόστ
Παίζουν: Σεσίλ ντε Φρανς, Βενσάν Μακέν, Στέισι Μάρτιν, Ανούκ Γκρίνμπεργκ