
Συνέντευξη | Η Τώνια Ράλλη ανάμεσα στη σκηνή, τη μελωδία και… τους «Γυμνισταί». Συμφωνήσαμε από την αρχή όλοι μας, πως τα ζητούμενα του κάθε χαρακτήρα στους «Γυμνισταί» είναι σημαντικά και ότι μέσα στην απλότητά ή ακόμα και στην αφέλειά τους μιλάν για σοβαρά πράγματα, αντίστροφα μάλλον με τα χαρακτηριστικά του σημερινού ανθρώπου να ανάγει σε σημαντικά τα ασήμαντα. Είναι γεγονός, πως οι δύο γυναικείοι χαρακτήρες υποδυόμενοι από άντρες, δεν ξεπέφτουν σε καρικατούρες, ακριβώς επειδή αντιμετωπίστηκαν από τους ηθοποιούς με απόλυτη σοβαρότητα παρόλο το σουρεάλ κείμενο.
Με αφορμή την παράσταση «Αι Γυμνισταί» και την επαναφορά του μουσικού αναλογίου «Το Κοράκι» στο Rabbithole, συναντήσαμε την Τώνια Ράλλη, συνιδρύτρια της θεατρικής ομάδας Νοσταλγία, που φέτος συμπληρώνει είκοσι πέντε χρόνια κοινής πορείας με τον Γιώργο Σίμωνα.
Από τα πρώτα τους βήματα το 2000 έως σήμερα, η Τώνια Ράλλη και ο Γιώργος Σίμωνας εξακολουθούν να πειραματίζονται με το είδος, τη φόρμα και τη σχέση του κοινού με τη σκηνική πράξη, παραμένοντας πιστοί σε μια θεατρική φιλοσοφία που συνδυάζει την έρευνα, το παιχνίδι και την ελευθερία.
Η Τώνια Ράλλη μιλά για το Rabbithole, που έγινε το καταφύγιο και το εργαστήρι της ομάδας στο Μεταξουργείο, για την αλληλοτροφοδότηση θεάτρου και μουσικής στο έργο της, αλλά και για την κωμική, τρυφερή και βαθιά ανθρώπινη ματιά των «Γυμνιστών» – ενός έργου που μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη φιλία, τη φθορά και τη λαχτάρα για ζωή.
Έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια στο θέατρο, η Τώνια Ράλλη συνεχίζει να αναζητά το αναπάντεχο∙ εκείνο το μαγικό σημείο όπου το θέατρο, η μουσική και η ανθρώπινη ψυχή συναντιούνται, «κάτω από την κουνελότρυπα» του Rabbithole.
Με την ομάδα Nostalgia μετράμε 20 χρόνια από το 2000 δηλαδή όταν ο Γιώργος Σίμωνας έγραψε το πρώτο του έργο. Αναλάβαμε το Rabbithole όταν το Θέατρο της Άνοιξης έκλεισε τον κύκλο του. Από τότε, η ομάδα μας έχει σταθερή βάση αυτό το θέατρο στο Μεταξουργείο.
Εικοσιπέντε χρόνια μαζί, το λες και επίτευγμα. Νομίζω ότι μας έχει βοηθήσει το γεγονός πως δεν είμαστε καθόλου τυπολάγνοι και δεν είμαστε μεταξύ μας καθόλου ανταγωνιστικοί. Μοιραζόμαστε μια σύμπνοια ως προς τις αποφάσεις, μοιραζόμαστε μαζί την ίδια ποιότητα χιούμορ. Ξεκινήσαμε να είμαστε μαζί από παιδιά, και αυτή η διάθεση για παιχνίδι παραμένει ακόμα ζωντανή και στους δυο μας, διάθεση που δεν έχει θυσιαστεί ποτέ και για κανένα λόγο. Το πολύ δύσκολο πρακτικό κομμάτι, που υπάρχει στις ομάδες, ευτυχώς δεν μας έχει κουράσει. Κάνουμε, βεβαίως και τα διαλείμματά μας… Με τον Γιώργο Σίμωνα, είμαστε πια αδέλφια και αυτό σημαίνει ότι έχουμε και τις διαφωνίες μας, έχουμε και τις εντάσεις μας, όπως όλα τα αδέλφια, αλλά αυτό πλέον λειτουργεί εποικοδομητικά.
Το όνομα της Νοσταλγίας εμπνεύστηκε ο Γιώργος Σίμωνας με πηγή έμπνευσης την ομώνυμη ταινία του Ταρκόφσκι και το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη. Ψάχναμε ένα ελληνικό όνομα που να έχει όμως διεθνή αναφορά και μας φάνηκε ταυτόχρονα αρκετά αστείο ότι μια νέα ομάδα, στο ξεκίνημά της, χωρίς ιστορία και μνήμες, επιλέγει ένα τέτοιο όνομα με την προσδοκία βέβαια να δημιουργήσουμε και μνήμες και ιστορία. Οπωσδήποτε, τότε, στα πρώτα μας βήματα είχαμε και μια αίσθηση ρομαντισμού και την ελπίδα ότι θα φέρουμε μπροστά αισθήσεις που έχουν πλέον χαθεί. Το παλεύουμε ακόμα αυτό, άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε όχι.
Το όνομα του Rabbithole, το εμπνεύστηκα εγώ, μεταξύ πολλών άλλων ονομάτων. Είμασταν τότε χωρίς χώρο και κάναμε πολλές περιπατητικές παραστάσεις, διαμορφώναμε σκηνικούς χώρους με διαφορετικούς τρόπους (πράγμα που μας έμεινε και στο Rabbithole, παρόλο που έχει ξεκάθαρα τη μορφή θεάτρου). Το παραμύθι της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, με τον παράξενο και παράδοξο κόσμο του που υπάρχει κάτω από την «κουνελότρυπα», ταυτίστηκε με τη δική μας αντίληψη για ένα θέατρο, όπου το κοινό θα έρχεται και θα ανακαλύπτει, χωρίς συμβάσεις και προσμονές το αναπάντεχο. Rabbithole σημαίνει την κάθοδο στην «κουνελότρυπα» αυτού του μαγικού πράματος που καλείται θέατρο και που άλλοτε είναι σκληρά ρεαλιστικό, άλλοτε εξόχως ποιητικό και άλλοτε συναρπαστικά «τρελό».
Το να στέκεσαι όρθιος τόσα χρόνια σε μια τόσο δυστοπική θεατρική συνθήκη είναι πραγματικά πρόκληση. Βοηθάει πολύ να έχεις καλούς συνεργάτες, να στέκεσαι ψύχραιμος απέναντι στις προβληματικές, βοηθάει πολύ η εμπειρία σίγουρα. Τα τελευταία χρόνια επιχορηγούμαστε πενιχρά από το Υπουργείο. Προσπαθούμε να είμαστε δημιουργικοί, να είμαστε καλά στη ζωή μας, και να κάνουμε πραγματικά όσα μπορούμε μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Ξέρουμε, όπως είναι έτσι τα πράγματα, οι ηθοποιοί για να ζήσουν από τη δουλειά τους πρέπει να παίζουν σε δύο ή και τρεις παραστάσεις την ίδια σεζόν, ότι οικονομικά το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά, αλλά τουλάχιστον προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας με αξιοπρέπεια.
Η ερευνητική μας διάθεση, όχι μόνο δεν έχει διαβρωθεί όλα αυτά τα χρόνια, αλλά το αντίθετο, έχει εντατικοποιηθεί. Την επιδιώκουμε και την αναζητούμε με μεγαλύτερο ζήλο. Πιστεύουμε ότι οι αντιλήψεις για το θέατρο, είναι τόσες, όσες όλος ο ανθρώπινος πληθυσμός. Οπότε έχουμε να ανακαλύψουμε και να εμπνευστούμε από πολλά ακόμα. Παραστάσεις όπως ο «Τζακ Αντεροβγάλτης», ή το «Ιλινόις», όπου ο κόσμος περιδιάβαινε μέσα σε αυτό το μυστηριώδες ξενοδοχείο που είχαμε χτίσει μέσα στο Rabbithole, ήταν αποτέλεσμα μιας τέτοιας ερευνητικής διάθεσης, να μετασχηματίσουμε τη θεατρική πράξη.
Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζω στο θέατρο πολύ ενεργά και την ιδιότητά μου ως μουσικού. Είναι κάτι, που πλέον μου αρέσει πάρα πολύ γιατί και σκηνοθετικά λειτουργώ πολύ με «τα αυτιά» και το γεγονός ότι βρήκα τρόπο να συνδυάσω και τα δύο, σκηνοθεσία και μουσική, καλύπτει πλήρως τη συνολική μου αντίληψη, για τον τρόπο με τον οποίο θέλω να μεταδώσω όλα όσα έχω να πω. Αυτήν την περίοδο με καλύπτει απόλυτα αυτή η σύμπραξη, χωρίς να αποκλείω κάτι διαφορετικό στο μέλλον. Την περασμένη δεκαετία για παράδειγμα, αυτό το έκανα μέσα από τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία. Και τότε αυτές οι ιδιότητες άνοιγαν διάλογο με τις σκηνοθεσίες τόσο τις δικές μου, όσο και του Γιώργου.
Θέατρο και μουσική έχουν σίγουρα διαφορές ως τέχνες αλλά σίγουρα η μία τοποθετεί και συνδράμει την άλλη. Το θέατρο για παράδειγμα, βοηθάει τη μουσική στη σκηνική παρουσία, το συλλογικό που ενυπάρχει τις περισσότερες φορές στη μουσική συνδράμει τη θεατρική πράξη. Το βλέπω και στον σύντροφό μου, τον Θέμο Σκάνδάμη, που είναι κατά βάση μουσικός αλλά ξεκίνησε από το θέατρο και αυτό τον έχει βοηθήσει πολύ στην επικοινωνία της τέχνης του με το κοινό. Αντίστοιχα κι εγώ, έχω ανακαλύψει έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο που επικοινωνούν μέσα κι έξω μου, η μουσική και το θέατρο. Τι θα έκανα αν μου έλεγαν να διαλέξω ένα από τα δύο; Ό,τι καταλάβαινα τη συγκεκριμένη στιγμή θα έκανα! Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιλέγει κανείς είναι πάντα διαφορετικές. Εξάλλου είμαι άνθρωπος που μ’ αρέσει να αλλάζω θέση, και να τοποθετούμαι στα πράγματα από διαφορετικές σκοπιές.
Για παράδειγμα «Το κοράκι», που επαναλαμβάνεται φέτος στο Rabbithole, είναι ένα τρανό παράδειγμα το πώς δουλεύουν μέσα μου ταυτόχρονα η μουσική και το θέατρο. Προέκυψε από το περσινό φεστιβάλ που κάναμε με θέμα το έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, και μου ήρθε η ιδέα για ένα μουσικό αναλόγιο πάνω στο πιο εξέχον ίσως έργο του συγγραφέα. Το έργο από μόνο του, σύντομο και μικρό, είναι σχεδόν συναυλιακό. Και παρόλο που δεν υπάρχει σκηνική δράση, οι ηθοποιοί είναι τοποθετημένοι σαν μουσική παρτιτούρα, αναδεικνύοντας τη μουσικότητα του ίδιου του έργου. Μέσα στο έργο, υπάρχει και ένα κομμάτι από την «Ελεονώρα» του Πόε, που και αυτό αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο μουσικό τρόπο. Η μουσική είναι πρωτότυπη. Μουσική που γεννήθηκε από τον τρόπο που διαβάζω το ίδιο κείμενο, μεταφράζοντάς το ταυτόχρονα στο μυαλό μου σε μελωδίες. Όλα ξεκινάν, από ένα μουρμουρητό, και μετά περνάν στα μουσικά όργανα και την ανθρώπινη φωνή.
Άνθρωποι που με διαμόρφωσαν με τη θέση τους, τη στάση τους, τον κόσμο τους; Πολλά πρόσωπα, αλλά το πρώτο που έρχεται στο μυαλό είναι ένας δάσκαλος και σκηνοθέτης που είχα στην Αμερική, σε κάποιο φεστιβάλ ο Darko Tresnjak ο οποίος μου άνοιξε τα μάτια σχετικά με το πόσο απλά μπορείς να μοιραστείς με τον ηθοποιό όλη την πληροφορία, να μην αποκρύψεις πράγματα, ώστε όλο το υλικό να γίνει δικό του για την πραγμάτωσή του στη σκηνή. Ένας πολύ χαρισματικός άνθρωπος, Βέβαια δεν τα καταφέρνω τόσο καλά όσο αυτός, αλλά μου διεύρυνε τον ορίζοντα σε αυτήν την κατεύθυνση, και αυτό το κουβαλάω μαζί μου ως μέθοδο και πίστη. Και άλλη μία σκηνοθέτρια η Sanda Manou από την Ρουμανία, η οποία με βοήθησε πολύ να κατανοήσω τη δράση στο θέατρο. Πώς να διαβάζω το κείμενο ανάμεσα στις γραμμές του, αυτό που ψάχνουμε δηλαδή όλοι μας, πώς ο γραπτός λόγος θα γίνει κτήμα σου, για να γίνει μετά κτήμα του ηθοποιού, έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι δεν έχει γραφτεί ποτέ, ότι πηγάζει την ίδια στιγμή της θεατρικής πράξης.
Κωμωδία έχω κάνει ξανά και ξανά. Πέρα από το γεγονός ότι θεωρώ ότι τα έργα μας με τον Γιώργο Σίμωνα είναι κωμικά, αμιγείς κωμωδίες έχω σκηνοθετήσει, όπως το «Τέρμα τα γκάζια» του Κώστα Σάμαιργλου, τη «Σημασία να είσαι σοβαρός» του Όσκαρ Ουάιλντ, το «Όπως σας αρέσει» του Σαίξπηρ και τώρα έρχονται «Αι γυμνισταί» ένα έργο σύγχρονο, γραμμένο στο τώρα για το τώρα.
Τους «Γυμνιστάς» δεν τους παρακολούθησα στη διάρκεια γραφής τους. Ήξερα τον τίτλο, τις προθέσεις, γενικά την υπόθεση, όλα αυτά πριν γραφτεί. Και μετά, το διάβασα ολοκληρωμένο. Το έργο έχει τώρα εκδοθεί. Όταν πλέον άρχισα να το δουλεύω στη σκηνή, ξεκινήσαμε περισσότερο να το «μιλάμε», παρά να το «διαβάζουμε». Κάναμε κάποιες αλλαγές, ελάχιστες, κάναμε αρκετή «δουλειά τραπεζιού», γιατί ήθελα να καταλάβουμε όλοι μας, οι ηθοποιοί κι εγώ, το ίδιο το έργο, μιας και θα παιζόταν για πρώτη φορά στη σκηνή.
«Αι γυμνισταί» είναι έργο καταιγιστικό παρόλη τη απλή ιστορία που αφηγείται. Δύο ηλικιωμένες κυρίες πηγαίνουν να κάνουν το μπάνιο τους σε μια πλαζ και γνωρίζουν δύο μεσήλικες άντρες που είναι γυμνιστές, και οι οποίοι τις φλερτάρουν. Στην πρώτη πράξη βλέπουμε τις δύο κυρίες, στη δεύτερη πράξη τους δύο κυρίους και στην τρίτη βλέπουμε πως εξελίσσονται τα ραντεβού μεταξύ τους. Και οι τέσσερις ρόλοι είναι παιγμένοι από τον Γιώργο Σίμωνα και τον Γιώργο Τζαβάρα. Υπάρχει και ένα πέμπτο πρόσωπο, η σερβιτόρα του beach bar, Ματίνα Περγιουδάκη που εποπτεύει βουβά την όλη κατάσταση.
Σε πρώτο επίπεδο παίζει ρόλο στην κωμωδία το γεγονός πως τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονται δύο άντρες και πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για τους ίδιους που παίζουν ζευγαρωτά και τους αντρικούς. Αυτή ακριβώς η ιδιαίτερη συνθήκη, ξεκλείδωσε πολλές διαστάσεις για το τι σημαίνουν αυτοί οι ρόλοι και τις σημαίνουσες σχέσεις. Επίσης αναφορές μου στο σινεμά όπως οι Αδελφοί Κοέν στο χιούμορ και o Wes Anderson στο αισθητικό κομμάτι, και βεβαίως ο Oscar Wilde (το έργο του Σίμωνα άλλωστε έχει κάτι από το φλεγματικό χιούμορ του), ανέδειξαν την κωμική στόφα της παράστασης.
Συμφωνήσαμε από την αρχή όλοι μας, πως τα ζητούμενα του κάθε χαρακτήρα στους «Γυμνισταί» είναι σημαντικά και ότι μέσα στην απλότητά ή ακόμα και στην αφέλειά τους μιλάν για σοβαρά πράγματα, αντίστροφα μάλλον με τα χαρακτηριστικά του σημερινού ανθρώπου να ανάγει σε σημαντικά τα ασήμαντα. Είναι γεγονός, πως οι δύο γυναικείοι χαρακτήρες υποδυόμενοι από άντρες, δεν ξεπέφτουν σε καρικατούρες, ακριβώς επειδή αντιμετωπίστηκαν από τους ηθοποιούς με απόλυτη σοβαρότητα παρόλο το σουρεάλ κείμενο.
Το έργο ενώ είναι ξεκάθαρα κωμικό, αλλά έχει και τις τραγικές απολήξεις του, όσο κι αν αυτό ακούγεται ακραίο. Άλλωστε, ποια κωμωδία από την παγκόσμια ή την εγχώρια δραματουργία, δε κρύβει και δεν βασίζεται στην τραγωδία και το δράμα. Κάποια στιγμή η Λίζα λέει στη Λεβάντα «Είμαι εδώ. Το ξέρεις; Πάντα θα είμαι εδώ, Γιατί εσύ, σήμερα είσαι, αύριο δεν θα είσαι», σε ένα σαρκαστικό σχόλιο για τον θάνατο. Το έργο μιλάει για τους ανθρώπους που αγαπάμε, για τη φιλία, για τη ζωή, για τη λαχτάρα για τη ζωή, για το πώς φεύγουν οι άνθρωποι που αγαπάς. Και όλα αυτά δοσμένα με μια αθωότητα.
Ο λόγος που το αγάπησα αυτό το έργο, είναι γιατί καταδεικνύει πως όλοι μας ανεξαρτήτως ηλικίας κρύβουμε μέσα μας ένα παιδί, μια ψυχή, κάτι που πάντα είμασταν παρόλη την εξωτερική διαμόρφωσή μας, Σαν την ανάσα μας, που όσο ζούμε, είναι πάντα εδώ μαζί μας. Και κάπου εδώ, συναντιόμαστε με την «γυμνότητα» του έργου. Γιατί αν όλοι μας «γδυθούμε» τα ρούχα των συμβάσεων μας, θα δούμε κατάματα το γυμνό το παιδί που είμαστε.
Μετά τους «Γυμνισταί» θα γράψω μουσική στην «Κατάρρευση», ένα έργο του F. Scott Fitzgerald που θα σκηνοθετήσει ο Γιώργος Σίμωνας, μ’ έναν υπέροχο θίασο που αποτελείται από παλιούς και νέους συνεργάτες. Ανυπομονώ να ξεκινήσουμε να δουλεύουμε σε αυτό.
*φωτο Παναγιώτης Λαμπής
Η παράσταση «Αι Γυμνισταί» του Γιώργου Σίμωνα σε σκηνοθεσία Τώνιας Ράλλη παίζεται στο Rabbithole κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ.
Συγγραφή: Γιώργος Σίμωνας
Σκηνοθεσία: Τώνια Ράλλη
Βοηθός σκηνοθεσίας: Ματίνα Περγιουδάκη
Σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας
Φωτισμοί: Γιώργος Βλαχονικολός
Ενδυματολογία – Φροντιστήριο: Ηώς Αντωνοπούλου – Ιωάννα Μακαβέι
Μουσική επιμέλεια – σχεδιασμός: Ματίνα Περγιουδάκη – Τώνια Ράλλη
Ιντερλούδια: Γιαν Βαν Αγγελόπουλος (ενορχήστρωση, κρουστά, synths) – Ματίνα Περγιουδάκη (φωνή)
Φωτογραφία – Trailer: Παναγιώτης Λαμπής
Μακιγιάζ: Γεωργία Μαυρίκη
Graphic Design: Ηλίας Πανταλέων
Κατασκευή σκηνικού: Sickmyduck.lab
Τράπουλα ταρώ: Σπύρος Αγγελόπουλος
Υπεύθυνος επικοινωνίας: Χρύσα Ματσαγκάνη
Social Media: Χρύσα Παριανού
Υπεύθυνοι περιοδείας: Θοδωρής Θεοχαρόπουλος – Δανάη Μιχοπούλου
Σύμβουλος παραγωγής: Ιλιάνα Παζαρζή
Μια παραγωγή της ομάδας Νοσταλγία
με την ευγενκή υποστήριξη της Stageworks Entertainment Group
Ερμηνεύουν:
Γιώργος Τζαβάρας (Λεβάντα / Ήφαιστος)
Γιώργος Σίμωνας (Λουίζα / Λορέντζο)
Ματίνα Περγιουδάκη (σερβιτόρα)














