
Συνέντευξη | Ειρήνη Ευαγγελάτου: να μην μάθουμε την Αγάπη μέσα από τον Φόβο. «…Η πιο βαριά κληρονομιά των γονιών… Μα, η κληρονομιά των συναισθηματικών ρόλων, των πεποιθήσεων των κοινωνικών προγραμματισμών, των προσκολλήσεων τους. Τι μεταφέρουμε τελικά από την οικογένειά μας και τι επιλέγουμε να αλλάξουμε; Ποιον ρόλο έπαιξα εγώ μέσα στη δική μου οικογένεια και ποιον συνεχίζω να παίζω ακόμη;…»
Η πορεία της Ειρήνης Ευαγγελάτου στο θέατρο δεν είναι απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά μια βαθιά ουσιαστική διαδρομή που ξεκινά ήδη από την παιδική της ηλικία. Με ισχυρές επιρροές από σημαντικές μορφές του θεάτρου, όπως ο Λάμπρος και ο Χρίστος Τσάγκας, μυήθηκε από νωρίς στις αξίες, τα οράματα και την ουσία της θεατρικής τέχνης.
Αυτή η πρώιμη επαφή εξελίχθηκε σε μια συστηματική και πολυεπίπεδη καλλιτεχνική πορεία, μέσα από σπουδές στη Δραματική Σχολή και εξειδίκευση στο Αρχαίο Δράμα και το Κλασικό Θέατρο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η επαγγελματική της δραστηριότητα ως ηθοποιός και σκηνοθέτις συμπληρώνεται από ένα εξίσου ουσιαστικό έργο στον χώρο της εκπαίδευσης και της δημιουργικής έκφρασης.
Μας μίλησε για τη συμμετοχή της στη «Διαθήκη» της Άννας Ετιαρίδου που παίζεται στο Θέατρο Βαφείο- Λάκης Καραλής σε σκηνοθεσία Κώστα Δελακούρα, για έναν ρόλο που ακουμπά σε προσωπικά βιώματα, ψυχικούς μηχανισμούς αλλά και σε συλλογικές εμπειρίες. Η Θάλεια της, είναι μια σύγχρονη φιγούρα παγιδευμένη σε ένα εξουσιαστικό οικογενειακό μηχανισμό. Και η Ειρήνη Ευαγγελάτου, ερμηνεύει μια απαιτητική ηρωίδα που ταλαντεύεται ανάμεσα στο ρόλο του θύματος και του ακούσιου φορέα εξουσίας, ακροπατώντας σε λεπτές ισορροπίες που διαμορφώνουν τις οικογενειακές συνθήκες.
Πολλοί σύγχρονοι δραματουργοί βλέπουν την οικογένεια ως έναν μικρό μηχανισμό εξουσίας. Στη «Διαθήκη» πώς αντιλαμβάνεστε τη θέση της Θάλειας μέσα σε αυτό το σύστημα; Είναι θύμα, συνένοχη ή κάτι πιο σύνθετο;
Δραματουργικά η Θάλεια είναι κάτι πιο σύνθετο. Θα μπορούσε να ιδωθεί ως τραγική μεσολαβήτρια. Η Θάλεια ως πρωτότοκη κόρη , υφίσταται αυτό που η σύγχρονη ψυχοκοινωνική θεωρία ονομάζει «γονεοποίηση»: το παιδί που καλείται να γίνει γονιός. Έτσι μετατρέπεται σε ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στην αυταρχική μητέρα και στα μικρότερα αδέλφια. Η ίδια βρίσκεται ανάμεσα στη βία και στην προστασία, είναι φορέας φροντίδας αλλά και πειθαρχίας, θύμα αλλά και άθελα της διαμεσολαβητής της εξουσίας. Έτσι, δεν είναι ούτε απλώς θύμα, ούτε συνένοχη. Είναι μια μορφή παγιδευμένη μέσα στον μηχανισμό εξουσίας που προσπαθεί ταυτόχρονα να τον αντέξει, να τον υπηρετήσει και ίσως να του υπερβεί.
οι περισσότεροι άνθρωποι, τουλάχιστον της γενιάς μας έχουμε βιώσει αυτό το αίσθημα «απωλεσθέντος παραδείσου» της παιδικής ηλικίας.
Υπάρχει κάποιο στοιχείο της σκηνοθετικής προσέγγισης που σας βοήθησε ιδιαίτερα να «χτίσετε» τη Θάλεια;
Ο Κώστας Δελακούρας τοποθέτησε την Πύκνωση και Δύναμη του κειμένου, μιας ιστορίας πολλών χρόνων, χωρίς στοιχεία πρωτοτυπίας της υπόθεσης, ανάμεσα στη Σύγκρουση της Δομής του Κειμένου με τον Σκηνικό χώρο. Όλα γίνονται σε ένα χώρο, υπάρχει διαύγεια και λιτότητα. Αυτό λειτούργησε ως κοινό ρεύμα με την Τραγωδία, η οποία εμπεριέχει μια κατάσταση αρμονίας την οποία υποστηρίζουν τα ένστικτα των ανθρώπων και ειδικότερα αυτό της αυτοσυντήρησης που θέλουν να καταλήξουν στην πρώτη τους Ειρήνη. Και ένα αίσθημα χαμένου παραδείσου. Όταν κάτι καταστρέφει την αρμονία μέσα τους, τότε υπάρχει σύγκρουση και ο άνθρωπος προβαίνει σε σκληρούς μηχανισμούς. Και αυτό είναι το Δράμα. Σε αυτό το πλαίσιο ο ηθοποιός πρέπει να μετέχει στα μεγάλα αισθήματα χωρίς να γίνεται σύμβολο. Να φαίνεται ο πόνος και η οδύνη του μέσα από την ανθρώπινη ύπαρξή του.
Υπάρχει κάποια προσωπική εμπειρία που σας βοήθησε να κατανοήσετε βαθύτερα τον ρόλο;
Νιώθω πως οι περισσότεροι άνθρωποι, τουλάχιστον της γενιάς μας έχουμε βιώσει αυτό το αίσθημα «απωλεσθέντος παραδείσου» της παιδικής ηλικίας. Όπου όλα ισχύουν και έχουν τη θέση τους και το καλό και το κακό. Όταν όμως χάνεται η ισορροπία γινόμαστε εγκλωβισμένες υπάρξεις μέσα στη δίνη του κόσμου, εμπλουτισμένες με χαμένες πατρίδες. Ναι, η Θάλεια είναι βιωμένη προσωπική εμπειρία. Δεν ήταν θέμα κατανόησης χαρακτήρα αυτό που πόνεσε κατά τη διάρκεια των προβών, αλλά ανάκλησης συναισθηματικής μνήμης . Πόσο δύσκολο να κληθείς να ερμηνεύσεις τον παρελθοντικό σου εαυτό…
Αν μπορούσατε να περιγράψετε τη Θάλεια με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Επιβαρυμένη – Ανθεκτική – Διχασμένη.
Η παράσταση δεν αφηγείται μόνο μια ιστορία αλλά ανοίγει έναν χώρο σκέψης για το πώς οι οικογενειακές μας σχέσεις μας διαμορφώνουν και πως μπορούμε να τις επανανοηματοδοτήσουμε.
Η «Διαθήκη» στο έργο λειτουργεί και συμβολικά. Ποια πιστεύετε ότι είναι η πιο βαριά «κληρονομιά» που αφήνουν οι γονείς στα παιδιά;
Η πιο βαριά κληρονομιά των γονιών… Μα, η κληρονομιά των συναισθηματικών ρόλων, των πεποιθήσεων των κοινωνικών προγραμματισμών, των προσκολλήσεων τους. Τι μεταφέρουμε τελικά από την οικογένειά μας και τι επιλέγουμε να αλλάξουμε; Ποιον ρόλο έπαιξα εγώ μέσα στη δική μου οικογένεια και ποιον συνεχίζω να παίζω ακόμη;
Όταν το έργο είναι σύγχρονο και ο συγγραφέας παρών, όπως συμβαίνει με την Άννα Ετιαρίδου, πώς επηρεάζεται η δημιουργική ελευθερία του ηθοποιού;
Η Άννα Ετιαρίδου – όπως έχουμε δει και στα προηγούμενα θεατρικά έργα της- δεν είναι απλώς η συγγραφέας που την απασχολεί η επικαιρότητα αλλά ο μηχανισμός κάτω από την επικαιρότητα. Η παρουσία της λοιπόν δίνει στον ηθοποιό την δυνατότητα να συνομιλεί άμεσα με την πηγή του κειμένου και μέσα από διάλογο να κατανοήσει βαθύτερα αυτόν τον μηχανισμό ή το δραματουργικό υπόστρωμα. Την ίδια στιγμή ο ηθοποιός καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στο σεβασμό της συγγραφικής πρόθεσης και στη δική του καλλιτεχνική φαντασία συμβάλλοντας στη ζωντανή του πραγμάτωση. Δεδομένου ότι η Άννα είναι και ηθοποιός στην παράσταση, αυτό οδήγησε σε μια γόνιμη συνδημιουργία πάνω στη σκηνή.
Πιστεύετε ότι η «Διαθήκη» λειτουργεί και σαν αφορμή για προσωπικό αναστοχασμό των θεατών σχετικά με τις οικογενειακές τους σχέσεις;
Ναι, πολύ πιθανό. Ένα έργο όπως η «Διαθήκη» που φωτίζει την οικογένεια ως χώρο εξουσίας, ευθύνης και σιωπηλής βίας συχνά λειτουργεί και ως καθρέφτης για τους θεατές. Τείνουν να αναγνωρίζουν σε κάποιο βαθμό οικείες δυναμικές, προσωπικούς ρόλους, σιωπές ή βάρη που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Η παράσταση δεν αφηγείται μόνο μια ιστορία αλλά ανοίγει έναν χώρο σκέψης για το πώς οι οικογενειακές μας σχέσεις μας διαμορφώνουν και πως μπορούμε να τις επανανοηματοδοτήσουμε.
Αν η Ειρήνη Ευαγγελάτου μπορούσε να γράψει τη δική της διαθήκη, τι θα άφηνε πίσω της;
Αγάπη δίχως όρους. Σεβασμό στην Ελεύθερη βούληση. Κι ένα σημείωμα: Δεν σας αφήνω πράγματα, μόνο όσα δεν μπόρεσα να πω. Σας αφήνω τη σιωπή μου για να τη γεμίσετε αλλιώς. Σας αφήνω τα βάρη που δεν μου ανήκαν – όχι για να τα σηκώσετε, αλλά για να τα αφήσετε κάτω. Αν κάποτε με θυμηθείτε, μη με ψάξετε σε ό,τι κράτησα, αλλά σε ό,τι τόλμησα να αφήσω πίσω. Και αν υπάρχει κάτι που αξίζει να κρατήσετε από μένα είναι αυτό: Να μη μάθετε ποτέ την Αγάπη μέσα από τον Φόβο! Κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα κληροδοτούμε, αλλά να τα σταματάμε σε εμάς.
«Η Διαθήκη» της Άννας Ετιαρίδου σε σκηνοθεσία Κώστα Δελακούρα, παίζεται κάθε Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 20:00 στο Θέατρο Βαφείο-Λάκης Καραλής. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ. Οι θεατές που θα παρακολουθήσουν την παράσταση το Σάββατο 28 Μαρτίου θα λάβουν ως δώρο το εμβληματικό θεατρικό έργο της Άννας Ετιαρίδου «Οι Επισκέπτες του Δεκαπενταύγουστου».
Κείμενο: Άννα Ετιαρίδου
Σκηνοθεσία: Κώστας Δελακούρας
Μουσική: Μανώλης Μπονιάτης
Φωτισμοί: Σάββας Σουρμελίδης
Φωτογραφίες: Μάνος Γεωργίου
Παραγωγή: Ομάδα «Πλάνη
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Δημήτρης Αντωνιάδης
Γιάννα Παπανικολάου
Γιάννης Μιχαλόπουλος
Κώστας Δελακούρας
Άννα Ετιαρίδου
Ειρήνη Ευαγγελάτου
Γιώργος Γερωνυμάκης
Χριστίνα Μωρόγιαννη










