Στην Πρόβα: «Η Διαθήκη» στο Θέατρο Βαφείο-Λάκης Καραλης. Ο Κώστας Δελακούρας, «στήνει» το όλο περιβάλλον μέσα από μια καθοριστικά «ψύχραιμη» σκηνοθεσία. Και παρόλες τις εντάσεις και τις συγκρούσεις, η όλη ατμόσφαιρα δεν πλάθεται με τη λογική της «κλειδαρότρυπας», αλλά με την αίσθηση και την αγωνία της ανάδειξης ενός ρεαλισμού τοποθετημένου στην υπαρκτή του διάσταση, χωρίς περιττές φωνασκίες.

Γαλλικόν Βαφείον-Διαδόχων Σικ. Η παλιά ταμπέλα έξω από το Θέατρο Βαφείο, είναι ακόμα εκεί, να υπενθυμίζει το παλιό εργοστάσιο βαφής, λεύκανσης και επεξεργασίας υφασμάτων που υπήρξε κάποτε στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως 117 ήδη από τον 19ο αιώνα.

Από εκεί, μεταφέρονταν και ξεφορτώνονταν εμπορεύματα τα οποία προορίζονταν για τη γαλλική αυλή. Το ελληνικό κράτος της εποχής και συγκεκριμένα ο πρίγκιπας Πέτρος, δούκας του Κέντ και σύζυγος της Μαρί Μποναπάρτ, ανιψιάς του Μεγάλου Ναπολέοντα, παραχώρησε δωρεάν το 80% του οικοπέδου στον Μάξιμο Σικ, προκειμένου να χτιστεί ένα τέτοιο εργοστάσιο, γιατί δεν υπήρχε λευκαντήριο στην Ελλάδα. Οι βαφές που γίνονταν εδώ θεωρούνταν οι καλύτερες στην Ευρώπη.

Με αυτήν την ιστορία κατά νου και με τη σκέψη, ότι, να, η ζωή τα φέρνει κάπως συμβολικά, ένα παλιό βαφείο και λευκαντήριο υφασμάτων να είναι σήμερα ένα θέατρο, ένα βαφείο και λευκαντήριο δηλαδή της ανθρώπινης ψυχής, πέρασα τη σιδερένια πόρτα του θεάτρου και πριν βρεθώ στην αίθουσα, «κατέβηκα« τα δυο τρία ξύλινα σκαλιά για να οδηγηθώ στο φουαγιέ, όπου υπάρχουν ακόμα κάποιες «γούρνες» όπου κάποτε ήταν γεμάτες χρώμα.

Ο Κώστας Δελακούρας και η Άννα Ετιαρίδου, διαχειριστές του γεμάτου μνήμες αυτού θεατρικού χώρου, ετοίμαζαν μαζί με τους ηθοποιούς τις τελευταίες πινελιές πριν ξεκινήσει το πέρασμα της παράστασης του νέου έργου της Άννας Ετιαρίδου «Η Διαθήκη». Η αίθουσα, «μυρίζει« θέατρο: το μαύρο σανίδι, τα βαθυκόκκινα βελούδινα μαξιλάρι, τα περίτεχνα χωρίσματα ανάμεσα στις σειρές. Καλλιτεχνικό ζευγάρι, ζευγάρι και στη ζωή, η Άννα γράφει τα έργα, ο Κώστας σκηνοθετεί, και εκείνο που χαρακτηρίζει τις δουλειές τους είναι η ευαισθησία και η ικανότητα να «μιλούν» για τα ωραία, τα μεγάλα και τα φωτεινά, με τρόπο απλό, ήρεμο, χαμηλόφωνο.

 

 

Και αμέσως αρχίζει να ξεδιπλώνεται η παράσταση. Γνωρίζοντας, ένα-ένα τα φωτισμένα πρόσωπα των ηρώων, που κουβαλούν στα χέρια τους τις θέσεις τους στη σκηνή σαν να μεταφέρει ο καθένας τα δικά τους βάρη. Μια πολυθρόνα-θρόνος δεσπόζει ήδη στη σκηνή και δίπλα της μια άλλη σε πιο λιτή γραμμή. Πιο κάτω χαμηλότερα, πέντε σκαμπό-που θα μπορούσαν να είναι και παιδικά σκαμνιά, τοποθετούνται μπροστά από τις δύο πολυθρόνες.

Στον θρόνο, θα καθίσει η Αλεξάνδρα (Άννα Ετιαρίδου), Δίπλα της ο σύζυγός της Σταύρος (Δημήτρης Αντωνιάδης). Στα τρία άχρωμα σκαμπό θα πάρουν τη θέση τους η Θάλεια, ο Άρης, η Στέλλα (Γιάννα Παπανικολάου, Κώστας Δελακούρας, Ειρήνη Ευαγγελάτου), τα παιδιά τους, ενώ στα δύο έντονα κόκκινα θα δούμε τον πρωτότοκο Μιχάλη (Γιάννης Μιχαλόπουλος) με τη γυναίκα του Ασπασία (Χριστίνα Μωρογιάννη). Ανάμεσά τους και ο γείτονας της οικογένειας, ο Λάμπρος (Γιώργος Γερωνυμάκης).

Και ήδη, από αυτούς τους συμβολισμούς αρχίζεις να μπαίνεις στο πνεύμα της παράστασης. Μια ελληνική οικογένεια, κάπου στην ελληνική επαρχία, με μια μητέρα δεσποτική, με ένα γιο εκλεκτό και με σχεδόν παραγκωνισμένα τα υπόλοιπα παιδιά, που έχουν ήδη δραπετεύσει από την οικογενειακή εστία. Το μοίρασμα της οικογενειακής περιουσίας, θα γίνει το ερέθισμα για να έρθει στο φως όλη η προσχηματικότητά της, οι συνθήκες και οι όροι των οικογενειακών δεσμών τους, οι εύθραυστες σχέσεις των μελών της.

Η ίδια η παράσταση είναι ένα δριμύ κατηγορώ στα κλισέ και τα στερεότυπα που στελεχώνουν την ελληνική κοινωνία. Το οικοδόμημα της αγίας ελληνικής οικογένειας «τρίζει« συθέμελα και η Άννα Ετιαρίδου, μέσα από το κείμενό της, τολμά και αγγίζει θέματα ταμπού.

«Νομίζω ότι πάρα πολύ συχνά συναντάμε γονείς και κυρίως μητέρες που δεν αγαπούν τα παιδιά τους αλλά δεν τολμάμε να το πούμε. Βλέπεις δείγματα και ζήλειες προς τα παιδιά και μίσους πολλές φορές και ανταγωνισμού αλλά επειδή στην Ελλάδα γενικά τον θεσμό της οικογένειας τον έχουμε αρκετά ψηλά δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι μπορεί πράγματι μια μητέρα να μην αγαπάει τα παιδιά της».

Και αυτή η τολμηρή παραδοχή της, είναι και η εφαλτήριος δύναμη του έργου. Είναι αυτό, που την ώθησε να φέρει στη σκηνή την ξεγυμνωμένη από προσχήματα οικογενειακή πραγματικότητα.

«Στην ουσία, δεν πρόκειται για μυθοπλασία» θα μου πει. «Έχοντας δικά μου βιώματα και παρατηρώντας οικογένειες γύρω μου θέλησα να πω κάποια πράγματα για το θεσμό της οικογένειας, για τα οποία δεν μιλάμε» και θα συμπληρώσει με νόημα «Όταν εγώ πλέον έγινα μητέρα εκεί πια ξεκαθάρισα πάρα πολύ το τοπίο για το τι είναι η οικογένεια, για το πώς πρέπει να είναι η μητέρα, για το ποιο είναι το κίνητρο για να είναι καλή η μητέρα»

Στην παράσταση, η μητέρα υψώνεται σε μια τυραννική «βασίλισσα». Δημιουργεί όχι παιδιά, αλλά υπηκόους, ακόμα και ο σύζυγος της αντιμετωπίζεται από την ίδια ως υποτελής. Ένας πατέρας, που λειτουργεί περισσότερο ως επιστάτης, ο οποίος «στρώνει» σχεδόν ασυνείδητα το χαλί της μητρικής εξουσίας. Ο πρωτότοκος γιος, ο εκλεκτός, έχει τη θέση του πριγκηπόπουλου της οικογένειας. Στην ουσία πρόκειται για ένα αντίγραφο του πατέρα του, έχοντας παντρευτεί μια εξίσου δεσποτική γυναίκα, με την οποία νοιώθει ασφαλής, μια γυναίκα που η μητέρα την αντιμετωπίζει αλλιώς, παρόλο τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Περισσότερο τη σέβεται ως «αντίπαλο» παρά ως συμβία του γιού της, Και υπάρχουν και τα άλλα τρία παιδιά, παραγκωνισμένα, παιδιά τα οποία η μητέρα δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να τα μεγαλώσει ίδια και έχει φορτώσει τη μεγαλύτερη κόρη με το μεγάλωμα των δύο μικρότερων παιδιών. Τα οποία μικρότερα παιδιά είναι δυστυχισμένα γιατί πάντα ένιωθαν αόρατα. Δεν είχαν πραγματική μητέρα, είχαν μία αδερφή που έπαιζε το ρόλο της μητέρας. Και υπάρχει και ένας γείτονας, ο οποίος είναι αυτός που ελαφραίνει πάρα πολύ την συχνά βαριά και δυσάρεστη ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι, όμως κουβαλάει κι αυτός μία δική του τραγωδία, μιας κι αυτός είναι ένα καταπιεσμένο από τη μητέρα του «παιδί», είναι 70 χρονών, και ζει ακόμα με την 90χρονη μητέρα του στην φροντίδα της οποίας είναι δεμένος για όλη τη τη ζωή.

«Είναι πράγματα που με θύμωσαν και ήθελα να τα εκφράσω, να τα εκδηλώσω και να τα δείξω κιόλας, δηλαδή να τα καταδείξω, να τα ξεγυμνώσω. Να τα δούμε επιτέλους και να μην φοβόμαστε να πούμε ότι κάποιες οικογένειες μπορεί στο όνομα της αγάπης να επιβάλλουν πράγματα στα παιδιά τους, αλλά δεν είναι πάντα για το καλό των παιδιών και τελικά ούτε θέλουν πάντα το καλό των παιδιών. Το να πληγώνεις ένα παιδί όταν είσαι γονιός δεν αποσκοπεί σε κάτι καλό».

Τη ρώτησα την Άννα, αν μέσα σε αυτήν την καταγγελία της Αγίας Ελληνικής οικογένειας, φοβήθηκε κάτι να γράψει και ήταν κάθετη «Όχι, ό,τι ήθελα να πω το είπα ξεκάθαρα» και θα συμπληρώσει «ίσως με φοβίζει ότι τον ρόλο της μητέρας τον παίζω η ίδια, κάτι που τελικά δεν μπόρεσα να αποφύγω. Ο αξιακός μου κώδικας, η ηθική μου αντικρούεται πάρα πολύ με αυτής της μητέρας που αναγκάζομαι να παίξω. Και αυτό με έχει οδηγήσει σε μια τρομερή σύγκρουση με τον εαυτό μου. Υπάρχουν στιγμές που νιώθω ντροπή που ερμηνεύω αυτή τη γυναίκα και για τον τρόπο που λειτουργεί».

Το λιτό σκηνικό περιβάλλον, οι διακριτικοί φωτισμοί (Σάββας Σουρμελίδης) και η μουσική επένδυση (Μανώλης Μπονιάτης), έρχονται να αναδείξουν, τη σχεδόν εφιαλτική «οικογενειακή» ατμόσφαιρα. Ο Κώστας Δελακούρας, «στήνει» το όλο περιβάλλον μέσα από μια καθοριστικά «ψύχραιμη» σκηνοθεσία. Και παρόλες τις εντάσεις και τις συγκρούσεις, η όλη ατμόσφαιρα δεν πλάθεται με τη λογική της «κλειδαρότρυπας», αλλά με την αίσθηση και την αγωνία της ανάδειξης ενός ρεαλισμού τοποθετημένου στην υπαρκτή του διάσταση, χωρίς περιττές φωνασκίες.

«Κοίταξε», θα μου πει ο ίδιος, «εγώ όταν πρώτη φορά διάβασα το έργο, όταν η Άννα μου το έδωσε να το διαβάσω είχα δύο σκέψεις. Επειδή αγαπώ πολύ το ρεαλιστικό θέατρο ανακάλυψα μέσα του έναν ιδιότυπο ρεαλισμό. Ναι, αυτό το έργο είναι ρεαλιστικό, αλλά εμπεριέχει αρχετυπικούς χαρακτήρες. Δεν ξέρω αν είναι βαριά η λέξη αλλά έχει ρόλους αρχαίας τραγωδίας με έναν τρόπο. Η μάνα, ο πατέρας, τα παιδιά. Και γι’ αυτό η πρώτη αίσθηση που είχα, και την επόμενη μέρα το είπα στην Άννα, είναι ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε αληθινοί, να παίξουμε ρεαλιστικά, αλλά ο χώρος, ο σκηνικός διάκοσμος και τα σύμβολα πάνω στη σκηνή πρέπει να έχουν μια διαφορετική αρχετυπική υπόσταση. Γι’ αυτό και έχω βάλει τις δύο πολυθρόνες, η μάνα που είναι ο θρόνος, ο πατέρας που έχει πιο μικρή καρέκλα και τα σκαμπό που παίζουν το ρόλο των μικρών, του παιδικού σκαμνιού, που ενώ είναι ενήλικες, κάθονται σε αυτά, σε μια σκηνή άδεια, γιατί το σκηνικό από μόνο του είναι η ίδια η οικογένεια. Διαφορετικά χρώματα για τους αγαπημένους, για αυτούς που είναι εκεί, και διαφορετικά για του άλλους, γιατί η γκριζάδα των αισθημάτων των παιδιών απεικονίζεται και στο κάθισμά τους. Αυτό ήθελα, μια γύμνια, γιατί είναι γυμνή η ζωή τους και τα σκηνικά να είναι αυτοί οι ίδιοι»

«τελικά δεν υπάρχουν κακοί στη ζωή. Μόνο κακοποιημένοι. Κανείς δε γεννιέται κακός».

Οι ήρωες ζητούν δικαίωση ή συγχώρεση; «Η μάνα ζητάει δικαίωση» θα μου πει η Άννα. «Δεν ζητάει συγγνώμη, ζητάει την άνευ όρων αγάπη των παιδιών της, χωρίς η ίδια να καταφέρει να τα αγαπήσει. Αλλά, όλοι ζητάνε δικαίωση, και τα τα παιδιά για την έλλειψη αγάπης που βίωσαν. Ίσως ο πατέρας μόνο να ζητάει συγχώρεση. Παρόλη την τρυφερότητά του, είναι πολύ ένοχος για τη χρόνια «σιωπή» του, αλλά και πάλι, τώρα που όλα έχουν φτάσει σε οριακό σημείο αποκάλυψης δεν το ξεστομίζει».

Αν πράγματι το έργο είναι μια διαθήκη, όπως είναι και ο τίτλος του, τι θα θέλατε να κληροδοτήσετε στο κοινό; Η Άννα είναι ξεκάθαρη: «Εγώ θα ήθελα να μπορέσουμε επιτέλους να μιλήσουμε ελεύθερα και με αλήθεια για το τι συμβαίνει σε μια οικογένεια όταν αυτή λειτουργεί πάρα πολύ επιβαρυντικά απέναντι στα παιδιά. Θεωρώ ότι τα παιδιά είναι στο έλεος των γονιών τους, η εξουσία των γονιών είναι απόλυτη και αυτό τους δημιουργεί μια ευθύνη που πολλές φορές δεν την καταλαβαίνουν, ότι μεγαλώνουν ανθρώπους και ότι τα παιδιά δεν μπορούν να αντιδράσουν σε ό,τι κι αν συμβαίνει, ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να επαναστατήσουν, ειδικά όταν είναι μικρά. Αυτό θα ήθελα να το συνειδητοποιήσουν οι οικογένειες και να φροντίσουν οι γονείς να είναι πολύ περισσότερο υπεύθυνοι να φέρονται στα παιδιά τους με ανθρωπιά»

Και ο Κώστας θα συμπληρώσει: «Επιπλέον, κανένας μας δεν μαθαίνει να γίνεται γονιός και πολλές φορές πολλοί άνθρωποι, είτε παίζουν τον ρόλο του πατέρα ή της μητέρας, κάνουν λάθη και άθελά τους. Κανένας δεν έχει εκπαιδευτεί γι’ αυτό και τα παιδιά γίνονται για πολλούς λόγους. Λίγες φορές γίνονται συνειδητοποιημένα. Πολλές φορές γίνονται γιατί πρέπει. Ή γιατί έτυχε.

Εγώ θα ήθελα κάθε ένας θεατής ξεχωριστά, επειδή κάποια στιγμή θα βρεθεί σε αυτή τη θέση, είτε είναι ήδη σε αυτή τη θέση, να προβληματιστεί και να δει πιθανά πράγματα που θα μπορούσε ο ίδιος να διορθώσει, να αλλάξει. Γιατί πιστεύω ότι πολλές φορές οι άνθρωποι από αγάπη διορθώνουμε πράγματα. Μπορεί καμιά φορά η αυτόματη, η ενστικτώδης αντίδρασή μας σε κάτι να είναι αυτή που είναι, αυτή που έχουμε, αυτή που είμαστε εμείς ως άνθρωποι. Ή ίσως των γονιών μας. Πολλές φορές μιμούμαστε αυτό που μας κάνουν. Αλλά η αγάπη σε κάνει ή αν το καταλάβεις να το αλλάξεις. Και αυτό είναι μια κληρονομία που μπορεί να πάρει κάποιος θεατής. Οπότε, μια συμπληρωματική σε αυτό».

Η παράσταση κορυφώνεται μέσα σε ένα κρεσέντο από σκηνές που ξεβολεύουν, φτάνοντας σε αποκαλύψεις μυστικών. Μυστικά που φανερώνουν πως «τελικά δεν υπάρχουν κακοί στη ζωή. Μόνο κακοποιημένοι. Κανείς δε γεννιέται κακός».

Η κουβέντα μας με την Άννα και τον Κώστα, φτάνει στο τέλος. Και οι δύο έχουν φωτεινά πρόσωπα, σίγουρα αποτέλεσμα της αίσθησης πως κάνουν αυτό που επιτάσσει η ψυχούλα τους.

Ρωτάω αν θα ήθελαν να συμπληρώσουν κάτι άλλο, να καταθέσουν κάτι. Θα απαντήσει, με κάποια συστολή η Άννα: «Εγώ ήθελα να πω κάτι, δεν ξέρω αν μπορείτε να το βάλετε κάπου. Όταν διαβάζαμε το ρόλο και ήμασταν στις πρώτες-πρώτες-πρώτες αναγνώσεις συζητάγαμε και λέγαμε πως πρέπει να έρθουν οι γονείς να δουν αυτήν την παράσταση. Τώρα, που ολοκληρώσαμε τις πρόβες, και είμαστε έτοιμα να ανοίξουμε τις πόρτες του θεάτρου, λέω πως όχι. Πρέπει να έρθουν οι νέοι, που είναι τώρα νέοι γονείς ή πρόκειται να γίνουν. Ή όσοι έχουν ένα πλάσμα υπό την προστασία τους. Οποιοδήποτε πλάσμα, όπως ένα μικρό σκυλάκι. Όχι μημ έρθουν μόνο οι γονείς σας. Να έρθετε, πρωτίστως, εσείς»

Η παράσταση «Η Διαθήκη» σε κείμενο της Άννας Ετιαρίδου και σκηνοθεσία Κώστα Δελακούρα ξεκινά στο Θέατρο Βαφείο-Λάκης Καραλής το Σάββατο 31 Ιανουαρίου και θα παίζεται κάθε Σάββατο στος 21.00 και Κυριακή στις 20.00. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ

Κείμενο: Άννα Ετιαρίδου
Σκηνοθεσία: Κώστας Δελακούρας
Μουσική: Μανώλης Μπονιάτης
Φωτισμοί: Σάββας Σουρμελίδης
Φωτογραφίες: Μάνος Γεωργίου
Παραγωγή: Ομάδα «Πλάνη»
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Δημήτρης Αντωνιάδης
Γιάννα Παπανικολάου
Γιάννης Μιχαλόπουλος
Κώστας Δελακούρας
Άννα Ετιαρίδου
Ειρήνη Ευαγγελάτου
Γιώργος Γερωνυμάκης
Χριστίνα Μωρόγιαννη