
συνέντευξη – Γιάννης Παναγόπουλος //
εικόνες – Θανάσης Καρατζάς //
Ο κόσμος του Στέφανου Τσιτσόπουλου είναι γεμάτος μικρούς ήρωες με μεγάλες ιδέες. Και έτσι, όχι κάπως έτσι, με αυτή την ιδιωτική προκατάληψη, δένει ο τρόπος που ξεκινώ να διαβάζω τις παραγράφους των κειμένων του, τα κεφάλαια των βιβλίων του. Το τελευταίο το λένε “Τα Χλωμά Σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη”. Στις σελίδες τους κυκλοφορεί άφθονος ερωτας, ροκ εν ρολ, αισθητική, ήρωες που εύχονταν να είναι αντιήρωες, μαγαζιά της Φωκιώνος που χώρεσαν τον μύθο όλης της Αθήνας και πρεμιέρες λέξεων που το μυαλό του έπλασε. Πέρα από τον συγγραφέα σε αυτή τη συνέντευξη πρωταγωνιστούν οι Pale Fountains, οι South Of No North, οι Ex-Humans, το Select, o Χρήστος Χωμενίδης, οι Keep Shelly In Athens, η Τζένη Μαστοράκη, ο Μίλτος Ρογκότης (μη βιάζεσαι, θα μάθεις παρακάτω ποιος είναι αυτός), ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, το Au Revoir, οι Xaxakes, η Quinta και πολλοί άλλοι, άλλες, άλλα. Πάρε τον χρόνο σου. Βόλεψε τα μάτια σου. Βάλε μουσική. Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος βγαίνει στη σκηνή των λέξεων. Διάβασέ τον.
Είναι η Φωκίωνος Νέγρη και η Πλατεία Κυψέλης για την Αθήνα ό,τι η Λας Ράμπλας για τη Βαρκελώνη;
Η Λας Ράμπλας τελειώνει στη θάλασσα, η Φωκίωνος Νέγρη εκβάλλει στην μπετόν αρμέ Πατησίων, όμως ο παραλληλισμός μπορεί να είναι και σωστός: παντού ταχυδακτυλουργοί και αναμνήσεις από ένδοξους θρύλους να λαμποκοπούν από όχθη σε όχθη, πλήθος που τις ανεβοκατεβαίνει, χίπστερς, λοκάλια, καφέ, μπαρ, μπουτίκ και απόκοσμα δαιδαλώδη στενάκια στα τριγύρω τους: Μπάριο Γκότικο και Επτανήσου, Ραβάλ και Αγίας Ζώνης. Η Λας Ράμπλας οδηγεί στο λιμάνι με τα φέρι και τα καταμαράν που σαλπάρουν για Ίμπιζα, Μαγιόρκα και Λανθαρότε, εδώ στα πέριξ της Νέγρη επίσης συναντώ δρόμους με ονόματα νησιών, Καλύμνου και Σπετσών, Ιθάκης, Σικίνου, Νάξου και Σκοπέλου. Γιατί όχι, επομένως; Ναι, η Φωκίωνος μοιάζει να ασκεί μια πολύ περίεργη «ναυτοσύνη». Ίσως εδώ να κρύβεται και η αιτία που ως και ο Καββαδίας την προτιμούσε για βόλτες. Στα Χλωμά Σιντριβάνια υπάρχει μια στιγμή όπου ο ήρωας Μίλτος Ρογκότης μαθαίνει για τον ατελέσφορο έρωτα του ποιητή με την νεαρή τότε μούσα του, Θεανώ Σουνά. Η συγκεκριμένη ύπαρξη, για κάποιους, είναι και ο λόγος που ο ποιητής ξαναπήρε το μπάρκο για τους ωκεανούς, προκειμένου να την ξεχάσει. Ωραίοι και εύστοχοι παραλληλισμοί, Γιάννη, αλλά θα πρόσθετα και έναν ακόμα. Η Νέγρη κάποτε ήταν η Via Veneto της Αθήνας. Παπαράτσι όπως στη Ρώμη, αντί για τον Φελίνι και τον Μαστρογιάνι, την Ανίτα Έκμπεργκ και τη Σοφία Λόρεν, κυνηγούσαν στα μέρη της μια πόζα του Μπάρκουλη και της Καρέζη, του Ντέμη Ρούσσου και της Μάρθας Καραγιάννη. Ο τόπος σηκώνει αβέρτα νοητικά φαντασιακά και χωροχρονικά τακιμιάσματα. Μου ήρθε άλλο ένα: στο παριζιάνικο καφέ Ντε Φλορ σύχναζαν ο Σαρτρ, ο Καμί, ο Μπορίς Βιάν και η Σιμόν Σινιορέ, όπως στο κυψελιώτικο Select, κορώνα ακόμα της γειτονιάς, έβλεπες στα τραπέζια του να πίνουν τα ποτά τους ο Καραγάτσης με τον Σακελλάριο, η Ρένα Βλαχοπούλου αντικριστά με τους Ελύτη και Σαχτούρη: αυτοί οι δυο υποψιάζομαι πως εκτός από ποίηση μπορεί και να συζητούσαν ή να χαλβάδιαζαν τις γάμπες της Ζωζώς Σαπουντζάκη. Εδώ κάποτε ήταν μια άλλη χώρα που στο βιβλίο, μέσα από μια εξορυκτική μυθοπλασία, ανέσυρα από τα έγκατά της μουρμουρητά και φλοισβίσματα περίεργων πόθων και φαντασιώσεων.
Έφτασες από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα πριν 2-3 χρόνια, μένεις στη Νέα Σμύρνη, στην Κυψέλη πώς προσγειώθηκες;
Παρά τρίχα θα έμενα στην Κυψέλη. Όταν κατηφόρισα από τον βορρά, ο Χρήστος Χωμενίδης μου έδωσε τα κλειδιά για να μείνω στο πατρικό του διαμέρισμα στην Καλλιφρονά! Θυμάμαι πως ακόμα ήταν καλοκαίρι, πίναμε παγωμένους καφέδες στην Αγίας Ζώνης και συζητούσαμε με τη Βάγια την επιλογή να πολιτογραφηθούμε Κυψελιώτες. Όμως είχαμε δώσει τον λόγο σε έναν άλλο φίλο, οπότε αγκυροβολήσαμε στη Νέα Σμύρνη. Λίγους μήνες μετά – βαρύς, υγρός και ανταριασμένος χειμώνας – ήρθα στη Φωκίωνος μια νύχτα που η μαρκίζα του Select υποσχόταν ζεστασιά για μια συνέντευξη με τον Μενέλαο Καραμαγγιώλη. Μετά το πέρας, άραξα για ένα ποτάκι στη Σελεκτάρα. Εκείνο τον καιρό έψαχνα να βρω εναγωνίως μια επικοινωνία με την ακριβοθώρητη ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη. Είχα ετοιμάσει το ντραφτ του πρώτου μου μυθιστορήματος που είχε να κάνει με τον «Φύλακα στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ και τη μυθική της πρώτη και δεύτερη εκδοχή. Τσέκαρα την αλληλογραφία μου, κάποιος φίλος που βρήκε το μέιλ της μου το προώθησε. Θυμάμαι, λοιπόν, να της γράφω από το Select, η Τζένη μου απάντησε μερικά λεπτά αργότερα από το Λονδίνο. Της είπα τα καθέκαστα και δέχτηκε να με συναντήσει μερικές μέρες αργότερα στην Αθήνα, στο καφέ του Αρχαιολογικού Μουσείου. Εδώ ξεκινά το καλύτερο κομμάτι των συμπτώσεων. Όταν η Τζένη συναίνεσε, όχι μόνο να μου παραχωρήσει την άδεια χρήσης αποσπασμάτων από τον Φύλακα στη Σίκαλη, αλλά και να παρακολουθήσει από κοντά και την πορεία του βιβλίου παρεμβαίνοντας με διορθώσεις και επιμέλειες, είπαμε να ανταμώνουμε δύο φορές την εβδομάδα για να το κουβεντιάζουμε. Από σέβας και επειδή δεν ήθελα να την ταλαιπωρώ με μετακινήσεις στο κέντρο, τη ρώτησα ποιο είναι το κοντινότερο καφέ της γειτονιάς της, για να ανταμώνουμε και να τα λέμε. Μου είπε, «Στο Select, Στεφανάκο, κατοικώ δυο βήματα από εκεί»! Θεώρησα τη σύμπτωση καρμική. Το «Ροκ Σταρ», το πρώτο μου μυθιστόρημα, γράφτηκε και διορθώθηκε σχεδόν εξολοκλήρου στην Κυψέλη, ενώ παράλληλα μου γεννήθηκε και η πρώτη ιδέα των «Χλωμών Σιντριβανιών». Οι δυο κομβικές ηρωίδες του, οι Σιελ, είναι στην ουσία μια παραλλαγή των αριστοκρατικά ντεκλαρέ κυριών που συχνάζουν στο Select και που ακόμα τις κρυφακούω καθώς αναπολούν εκείνη τη μυθική Φωκίωνος Νέγρη του κάποτε! Απέναντι είναι και το σιντριβάνι με το άγαλμα της κλαίουσας του γλύπτη Τόμπρου: ο βόμβος των νερών έμοιαζε να μου υπαγορεύει, σαν επίμονο μουρμουρητό, την ιστορία του νέου μου βιβλίου. Το υδαρές τοπίο, όπως κελάρυζε, ήταν σαν να μου διηγούνταν τη σκηνογραφία αλλά και τα βαθιά σημεία των νερών που έπρεπε να βουτήξω. Βούτηξα ακόμα πιο κάτω, μετεγκαταστάθηκα στον πυθμένα, προκειμένου να κατέλθω ακόμα πιο κάτω και να ανταμώσω με εκείνη τη Φωκίωνος Νέγρη τού τότε αλλά και του σήμερα. Σχεδόν συνομίλησα με όλα τα φαντάσματα και την αγιοσύνη ορισμένων τοποσήμων.
Τα «Χλωμά Σιντριβάνια» – και ας αφήσουμε για λίγο το «της Φωκίωνος Νέγρη» στην άκρη – έρχεται από τους Pale Fountains, αυτή την τρομερή μπάντα από τη δεκαετία του 1980;
Απόλυτα! Εντελώς! Μπίνγκο! Με μάγεψε το σιντριβάνι του Τόμπρου με το άγαλμα της κλαίουσας κόρης και, καθώς έστηνα την ιστορία στο μυαλό μου, που ήθελα να είναι ερωτική, παράφορη και αλαλιασμένη, μου κόλλησαν απανωτά τραγούδια των βρετανικών Χλωμών Σιντριβανιών, που είναι μια πολυαγαπημένη μπάντα και ίσως το καλύτερο πράγμα που άκουσα στα 80’ς μαζί με τους Smiths. Μπράβο, βρε γάτε!
Btw, ποιο τραγούδι των Pale Fountains έχεις λιώσει στο άκουσμα;
Δύσκολο να διαλέξω ένα τραγούδι από τους Pale. Και οι δύο δίσκοι τους είναι χαραγμένοι μέσα μου. Θεωρώ το Pacific Streets και το From Across the Kitchen Table ορόσημα της προσωπικής μυθολογίας μου ως προς την κατηγορία «μπάντες και δίσκοι της δεκαετίας του ’80 που με ρήμαξαν και με αλάλιασαν εκτός από τους Smiths και το How Soon is Now. Πάντως το Thank You και το Palm of my Hand είναι σχεδόν παρόντα και δείχνουν να καθοδηγούν τη συναισθηματική συμπεριφορά του κεντρικού ερωτικού ζευγαριού, της ψυχιάτρου Λίνας Μάντη και του μυστήριου δημοσιογράφου Μίλτου Ρογκότη.
•Φίλε, η Ανώφελη Επιβίωση των Ex-Humans είναι από τους πιο γεμάτους και γαμάτους ελληνικούς πανκ δίσκους: «…Σε είδα να κλαις στο απόκοσμο φως, άλλα γύρευες μα έρχονται αλλιώς»
Οι South Of No North ήταν οι Bauhaus της Κυψέλης; Και οι Ex-Humans οι GBH της Φωκίωνος Νέγρη;
Φίλε, η Ανώφελη Επιβίωση των Ex-Humans είναι από τους πιο γεμάτους και γαμάτους ελληνικούς πανκ δίσκους: «…Σε είδα να κλαις στο απόκοσμο φως, άλλα γύρευες μα έρχονται αλλιώς». Ναι, και GBH αλλά και στους Crass με παραπέμπουν, ειδικά ως προς την αναρχοϊδεολογική τους καθαρότητα. Και πριν ή μετά τους South of no Νorth, κάθε δισκοπαίκτης που παίζει με συναίσθημα και κροσάρει τα ρεπερτόρια με βάση και το στιχουργικό περιεχόμενο εκτός από τη μουσική, πρέπει να κολλάει το Bella Lugosi is Dead των Bauhaus και το Can’t Escape Myself των Sounds.
Btw, ποιο τραγούδι των South είναι το καλύτερό σου;
«So here are those old days, coming back again, and me the fool I thought that I escaped». Λόγια από το Feel Frozen, φίλε! Μεγάλες στιγμές, ανοχύρωτη Κυψέλη, αυτή που βγάζει τα καλύτερα παιδιά, πανκιά και νιουγουεβάδες που τη σωστή στιγμή συντονίστηκαν με τις ανάλογες μουσικές κοσμογονίες του έξω, χωρίς να υπολογίζουν την περιρρέουσα κατάσταση της χώρας. Όταν κοπανούσαν οι Ex-Humans και οι South, η πατρίς σφύριζε μόνο ανάλαφρα ερωτικά χαζοτράγουδα ή πολιτικά γηπεδικά αριστεροχίτ, με ολίγη από παλαιοροκίλα τίγκα στο σόλο, τη μακρυμαλλουριά και τη δεινοσαυρίλα των σέβεντις.
Οι ήρωες του μυθιστορήματός σου έχουν πολλά από τον πραγματικό σου εαυτό. Η μία ηρωίδα γράφει για τη Φωνή της Αθήνας, γράφεις για την Αthens Voice. Οι ήρωές σου «αιμοδοτούνται» πνευματικά από την Κυψέλη, το ίδιο κάνεις και εσύ. Άσε που αυτό το μπες – βγες ανάμεσα στο fiction και την πραγματικότητα έχω την αίσθηση, ακόμα περισσότερο, είναι ο εαυτός σου όσο δεν πάει άλλο. Κάνω λάθος;
Δεν είμαι εγώ ο Μίλτος Ρογκότης, τυχαίνει να κάνουμε την ίδια δουλειά και να ερχόμαστε από την ίδια πόλη, τη Θεσσαλονίκη. Αλλά η ζοχάδα του Μίλτου και αυτή η μελαγχολική allure του δεν έχουν καμιά σχέση με τον δικό μου χαρακτήρα. Είμαι πιο γλεντζές, πιο έξω καρδιά και καθόλου μουντρούχος σαν αυτόν, που όλα τα διυλίζει και όλα του φαίνονται στραβά και στον βορρά αλλά και στον αθηναϊκό νότο. Επίσης, δεν παίζω κανένα όργανο, σε αντίθεση με εκείνον που στα νιάτα του υπήρξε δεινός ντράμερ, ούτε και μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Τα «Χλωμά Σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη» είναι στην ουσία (και) ένα μυθιστόρημα ταυτότητας. Ο ήρωας, όπως και στο Επάγγελμα Ρεπόρτερ του Αντονιόνι από όπου και δανείστηκα στοιχεία της περσόνας του, νομίζει πως με την αέναη φυγή από τόπους, πράγματα, έρωτες και καταστάσεις θα μπορεί μια ζωή να τη βγάζει καθαρή. Εγώ μεγάλωσα σε μια πολύ στοργική οικογένεια, που με προίκισε με πολλή αγάπη και με γαλούχησε με την αρχή να μην παρατάω τίποτα και κανέναν, ειδικά τη στιγμή που αυτός ο κάποιος ή η κάποια με χρειάζεται. Και ως προς τα ερωτικά μας, ας τα πω, ο Ρογκότης είναι κρυψίνους, δειλός και τσιγκούνης ως προς την ανταπόδοση. Σε αντίθεση με μένα, που στον έρωτα παραδόθηκα άνευ όρων όταν συνάντησα τη Λίνα των ονείρων μου…
Πώς έφτασες στο επώνυμο Ρογκότης;
Ήθελα ένα όνομα που να παραπέμπει σε γνήσιο Θεσσαλονικιό και κατέληξα στο Ρογκότης που για τη Θεσσαλονίκη είναι κουζίνα θρυλική. Το όνομα είναι συνώνυμο με τα σουτζουκάκια και τη ρωσική σαλάτα του εστιατορίου Ρογκότης, που δεν υπάρχει πια. Μπορεί και να πεινούσα, ποιος ξέρει; Κι όταν, παλεύοντας να ονοματίσω τον ήρωα στην κατά τα άλλα σούπερ Αθήνα, υποσυνείδητα το είναι μου να γυρνούσε πίσω στη γεύση που μου λείπει, μαζί με μερικά ακόμα ωραία της Θεσσαλονίκης που τα απαρνήθηκα ένεκα καθόδου. Και το μικρό του Ρογκότη, που είναι Μίλτος, και αυτό σε απολεσθείσα γεύση παραπέμπει και πιο συγκεκριμένα στα αλμυρά μπατόν σαλέ και τα κρεμώδη ή σοκολά γλυκά του γνωστού ζαχαροπλαστείου. Ο Τερκενλής με τα τσουρέκια του ή τα ψαράκια στη Μαύρη Θάλασσα είναι περισσότερο αθηναϊκές προσλαμβάνουσες για ό,τι έχει να κάνει με τις γεύσεις της Θεσσαλονίκης. Ο Ρογκότης και ο Μίλτος είναι πιο λοκάλ ψαγμενιές, για όσους κατοικούν στη γνήσια Θεσσαλονίκη και όχι μόνο στην «ερωτική πόλη» του μύθου ή των αφιερωμάτων που γίνονται κάθε φορά που ανηφορίζει κόσμος για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Οπότε μου φάνηκε σωστό ο Θεσσαλονικιός ήρωας να έχει όνομα απόλυτα… «μπαγιάτικο», να ξεχειλίζει η Σαλονικίλα από τα μπατζάκια αλλά και από την αστυνομική του ταυτότητα.
Θεωρώ πως το Au Revoir είναι απλά το χολ και το Galaxy της Σταδίου, το κυρίως καθιστικό της Αθήνας. Διαφωνείς;
Στο μυθιστόρημα πολλά συμβαίνουν στο μπαρ Au Revoir, σε αντίθεση με το Galaxy της Σταδίου που δεν εμφανίζεται καθόλου, ασχέτως αν και στα δυο αυτά μέρη, στην αληθινή ζωή, τελούνται μοναδικές μυσταγωγικές ιεροπραξίες. Είναι απομεινάρια μιας εποχής που τα μπαρ ήταν τόποι καθαγιασμένοι και όχι προορισμοί για να κάνουν τσεκ ιν οι χρήστες διαλαλώντας πόσο ουάου κόσμος συχνάζει. Σαν απόδημος Θεσσαλονικιός περνάω και συχνά «ανάβω» το κεράκι μου και όντως στην μπάρα τους νιώθω σαν τα πάνω «σπίτια» μου.
Η Quinta, το ιστορικό κλαμπ της Φωκίωνος Νέγρη, είναι απλώς παρελθόν. Επειδή το έχεις ψάξει το ζήτημα με την πάρτη της, ποια ιστορία που συνέβη εντός της σε έχει συγκλονίσει;
Μια ιστορία που την έχω μεταφέρει και μέσα στο βιβλίο μου, όχι βέβαια τόσο ωμά και ντιρέκτ. Μιλώντας με έναν παλιό πορτιέρη του μαγαζιού, που έζησε όλη την ροκ εν ρολ φρενίτιδα του μέρους, μου εξομολογήθηκε πως η Ρίτα Κάντιλακ, άρτι αφιχθείσα από το παριζιάνικο καμπαρέ Crazy Horse, καψούρεψε την Αθήνα σε τέτοιο σημείο, που άμα τη εμφανίσει της στο κλαμπ, ο μισός αρσενικός πληθυσμός παρατούσε το τραπέζι του και πήγαινε να εκτονωθεί δια της χειροπρακτικής μεθόδου στις τουαλέτες. Βέβαια, η Κάντιλακ καψουρεύτηκε και αργότερα τον παντρεύτηκε κιόλας, τον ιδιοκτήτη της Quinta, τον παιδαρά πολίστα Μπάμπη Μουτσάτσο. Ο ίδιος πορτιέρης μού περιέγραφε πως ο τύπος ήταν τέτοιος ζεν πρεμιέ, που από το κρεβάτι του πέρασαν τα ωραιότερα θηλυκά της Αθήνας. Το σκορ που έγραψε ήταν μεγαλύτερο από του Ανδρέα Μπάρκουλη στο ίδιο άθλημα. Ροκ εν ρολ, κάβλες, χύμα ερωτισμός, χορός και έκσταση, αυτό ήταν η Quinta και όσοι διαβάσετε το βιβλίο θα βρείτε περισσότερα τέτοια ντεσού.
•Εκτός από παρέα θα την πω και οικογένεια: η μεγαλύτερη εν ζωή Ελληνίδα ποιήτρια και αξεπέραστη μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη με τιμά με την αγάπη, τη φιλία, τη στοργή, τις φραουλάδες και τους πιο ωραίους κορμούς με σοκολάτα που έχω δοκιμάσει στη ζωή μου. Τα σουαρέ μας στο Select και η γνωριμία μας είναι ό,τι καλύτερο μου έτυχε στην Αθήνα! Μαζί με τον κορυφαίο Έλληνα συγγραφέα του σήμερα, Χρήστο Χωμενίδη, που μας συνδέει μια σχέση ζωδιακή αλλά και αληθινά αδελφική και τον σκηνοθέτη Μενέλαο Καραμαγγιώλη. Τον αποκαλώ Κυψέλαρχο, αφού αυτός με μύησε στις μαγικές ενέργειες που κυλούν μυστικά μαζί με το ποτάμι, το οποίο μπαζώθηκε προκειμένου να πεζοδρομηθεί η Φόκα Νέγκρα
Ποια είναι η σύνθεση της παρέας που έχεις «χτίσει» στην Κυψέλη;
Εκτός από παρέα θα την πω και οικογένεια: η μεγαλύτερη εν ζωή Ελληνίδα ποιήτρια και αξεπέραστη μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη με τιμά με την αγάπη, τη φιλία, τη στοργή, τις φραουλάδες και τους πιο ωραίους κορμούς με σοκολάτα που έχω δοκιμάσει στη ζωή μου. Τα σουαρέ μας στο Select και η γνωριμία μας είναι ό,τι καλύτερο μου έτυχε στην Αθήνα! Μαζί με τον κορυφαίο Έλληνα συγγραφέα του σήμερα, Χρήστο Χωμενίδη, που μας συνδέει μια σχέση ζωδιακή αλλά και αληθινά αδελφική και τον σκηνοθέτη Μενέλαο Καραμαγγιώλη. Τον αποκαλώ Κυψέλαρχο, αφού αυτός με μύησε στις μαγικές ενέργειες που κυλούν μυστικά μαζί με το ποτάμι, το οποίο μπαζώθηκε προκειμένου να πεζοδρομηθεί η Φόκα Νέγκρα. Αυτή η τριάδα μοιάζει με χίλιους ορίζοντες κρυμμένους πίσω από τον αληθινό ορίζοντα της Κυψέλης, που το βάθος του οδηγεί στην Πάρνηθα! Νιώθω ευλογημένος, τους τιμώ και δηλώνω δημόσια πως τους αγαπώ και θα είμαι πάντα δίπλα τους, όποτε με καλέσουν. Όχι σαν τον βλαμμένο τον Μίλτο Ρογκότη του βιβλίου μου, που το «σ’ αγαπώ» και τον καλό τον λόγο τού τα βγάζεις με το τσιγκέλι! Ορίστε άλλη μια διαφορά μας ή και γιατί ο Μίλτος Ρογκότης, όσο και να μοιάζουμε, δεν είμαι εγώ.
Η Rebound έχει την ίδια μοκέτα που είχε στα 80s. Την έχουν πατήσει Punks, Skins, New Romantics, Gothάδες, Ροκαμπιλάδες, καλλιτέχνες εικαστικοί, καλλιτέχνες του δρόμου, των σαλονιών, πρεζάκια, κοκάκηδες, ηθοποιοί, φοιτητές της Καλών Τεχνών, πλούσιοι, πλούσιοι που έγιναν φτωχοί, φτωχοί που έγιναν πλούσιοι. Τι σου λέει εσένα όλο αυτό; Αν ήταν στο Λονδίνο ή το Βερολίνο το στόρι του κλαμπ, θα είχε γίνει ντοκιμαντέρ που θα το έπαιζε το Netflix. Τι είναι η Rebound για την Αθήνα;
Ντοκιμαντέρ για το CBGBs και το Studio 54, με την Blondie, τον Iggy, τους Ramones, την Μπιάνκα Τζάγκερ, τον Τρούμαν Καπότε και την Ντόνα Σάμερ να λιώνουν τα πατώματα: η Νέα Υόρκη ξέρει να τιμά τα μέρη όπου γράφτηκε η ιστορία των πιο ωραίων και ηδονιστικών καλλιτεχνικών της περιόδων. 24 Four Hours Party People: μια ταινία για τον θεοπάλαβο ηδονισμό και τις μουσικάρες που γεννήθηκαν στη Hacienda στο Μάντσεστερ. Η Rebound ατύχησε που βρίσκεται στην Αθήνα. Με αυτό το ρεπερτόριο μουσικής και θαμώνων, αν ήταν στο Βερολίνο, θα είχε χτίσει ανάλογο με το κλαμπ Watergate. Το μόνο μέρος στην πόλη που ακόμα μπορείς να ξεβιδωθείς στον χορό με το Corrosion των Sister of Mercy ή με Never say never των Romeo Void. Λατρεύω την.
•Αν το δεις με στατιστικά νούμερα στο Spotify, άρθρα στον παγκόσμιο Τύπο και απανωτές περιοδείες στο εξωτερικό, οι Keep Shelly in Athens είναι ένα μοναδικό φαινόμενο. Δεν νομίζω πως κάποιοι άλλοι τούραραν τόσες φορές στην Ευρώπη και την Αμερική όσο αυτοί. Ούτε ξέρω άλλους που να έπαιξαν διπλές παραστάσεις στο φεστιβάλ των φεστιβάλ Coachella ή που να τους αφιερώνουν διθυράμβους ο Guardian, οι New York Times και το Pitcfork
Στο βιβλίο σου «ανάμεσα στα ευχαριστώ» αναφέρεις και τον Νότη από τους Keep Shelly in Athens. Η ιστορία των KSIN έχει παραμείνει, ουσιαστικά, ανέπαφη από τα media. Τι είναι αυτή μπάντα για την Αθήνα;
Αν το δεις με στατιστικά νούμερα στο Spotify, άρθρα στον παγκόσμιο Τύπο και απανωτές περιοδείες στο εξωτερικό, οι Keep Shelly in Athens είναι ένα μοναδικό φαινόμενο. Δεν νομίζω πως κάποιοι άλλοι τούραραν τόσες φορές στην Ευρώπη και την Αμερική όσο αυτοί. Ούτε ξέρω άλλους που να έπαιξαν διπλές παραστάσεις στο φεστιβάλ των φεστιβάλ Coachella ή που να τους αφιερώνουν διθυράμβους ο Guardian, οι New York Times και το Pitcfork. Χωρίς να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές ή με μανατζαρέους της κακιάς ώρας να στήνουν κώλο για λίγη δημοσιότητα. Συγχώρα με για τη γλώσσα, αλλά η Αθήνα και τα μίντιά της – τώρα εννοείται πως θα μιλήσω μπρουτάλ σαν Βορειοελλαδίτης – ψάχνει, βρίσκει και αποθεώνει αυτούς που θα δικαιώσουν τη μικροψυχία της. Χρίζει μετριότητες βασιλιάδες ή βασίλισσες του χωριού, ώστε να τους έχει του χεριού της. Ανεβάζει ή κατεβάζει κατά το δοκούν, ανάλογα με τις υποκλίσεις που θα της κάνουν ή τα καραγκιοζιλίκια στα οποία σαν γελωτοποιοί θα της επιδοθούν. Ονόματα δε λέω και υπολήψεις δε θα θίξω, αλλά στην περίπτωση των Keep Shelly in Athens, που μοιάζει όχι μόνο πως παρέκαμψαν τους παρατρεχάμενους αλλά και ποτέ δεν έδωσαν δεκάρα για αυτό το σύστημα, ο εσμός τους την άκουσε πανηγυρικά. Οι Shelly δεν έγλειψαν ποτέ δημοσιογράφους ή μουσικούς παραγωγούς, στόχευσαν κατευθείαν έξω και η στάση τους μαζί με το ανυπέρθετο τάλαντό τους τους δικαίωσε. Είμαι πολύ περήφανος όχι μόνο γιατί ο Νότης (ο λίντερ των Keep Shelly In Athens) είναι φίλος μου, αλλά και γιατί με έναν άλλο τεράστιο υπερμουσικό και συνθέτη, τον Σεραφείμ Τσοτσώνη, ανταμώνουμε στη Φωκίωνος Νέγρη και συζητάμε για τη σημασία τού να είναι κανείς σοβαρός και αδιαπραγμάτευτος ως προς την τέχνη του.
Σε ποιο σημείο της Πλατεία Κυψέλης θα μπορούσες να πας καλοκαιρινές διακοπές;
Στη Χαρά, ρε φίλε, στη Χαρά! Στο ζαχαροπλαστείο με τα μιλφέιγ που παγώνουν στα ψυγεία της. Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδανικότερο τόπο από το να κατοικήσω μέσα τους, όταν έξω όλη η Κυψέλη και η Αθήνα κοχλάζουν πιο κολασμένα και από καλοκαίρι στη Λωρίδα της Γάζας. Η κάψα να πυρπολεί απέναντι και να λιώνει ως και τα μάρμαρα του αγάλματος του Κανάρη και εγώ μέσα στο ψυγείο της Χαράς τη μέρα να δροσίζομαι και να ρεμβάζω και κάποια βράδια να την ξεκλειδώνω και να κερνώ παγωτά την κυρία Κική Δημουλά, όταν παίρνει νυχτερινή έξοδο από τον Παράδεισο και επιστρέφει στη γειτονιά της για να τσεκάρει τι κάνει το σπίτι της και οι προσφιλείς της.
•Την ομορφιά και το μουσικό ταλέντο που δεν μας έδωσε ο Πλάστης, τουλάχιστον τα χάρισε γενναιόδωρα στον Γιάννη Νάστα
Xaxakes. Αν ήμασταν στα 60s, ο Γιάννης Νάστας θα ήταν ο Άλκης Γιαννακάς;
Άλκης Γιαννακάς, Άλεν Ντελόν και Έλβις μαζί! Την ομορφιά και το μουσικό ταλέντο που δεν μας έδωσε ο Πλάστης, τουλάχιστον τα χάρισε γενναιόδωρα στον Γιάννη Νάστα. Γι’ αυτό και τον έβαλα επίσης να πρωταγωνιστεί κομβικά και κάπως σαν από Μηχανής Θεό να ξεμπλοκάρει τον Μίλτο Ρογκότη και να επιταχύνει το χάπι εντ στη δράση του βιβλίου. Μαζί με τον σκηνοθέτη Νίκο Τριανταφυλλίδη, αυτοί οι δυο άλλωστε ήταν και πολύ στενοί φίλοι, ο αρχηγός των Xaxakes και ο ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης, σχεδόν μοντάρουν τα Χλωμά Σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη δίνοντας ρυθμό, ένταση και αλητεία ως προς το περιπλανητικό τους κομμάτι.
Ποιο τραγούδι των Xaxakes θα διάλεγες για θέμα σε ντοκιμαντέρ για τη Φωκίωνος (Νέγρη);
Απορώ τώρα που το λες, γιατί δεν έβαλα στο οπισθόφυλλο αντί για μια σύντομη περίληψη-κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος, προκειμένου να πάρει ιδέα ο αναγνώστης τι θα διαβάσει, νέτα – σκέτα μόνο τους στίχους του Au Revoir, Παλιά μου Αγάπη.









