του Μάρκου Ψυχάρη //

Κατέβηκα από τη μηχανή. Πήρα μπύρα από το περίπτερο. Κάθισα σ’ ένα πεζούλι. Μακριά από τους άλλους. Τα μαγαζιά που ήταν ανοιχτά σέρβιραν καφέ. Δεν κάθισα πολύ. Στην Πλατεία Βαρνάβα το τελευταίο Σαββατοκύριακο, εκτός από το ενδεχόμενο να ταξιδέψει ο νέος κορονοϊός από ασυμπτωματικό σε διπλανό του άνθρωπο, κανένας και τίποτα άλλο δεν κινδύνευσε.

Τα αγόρια ήταν συντριπτικά περισσότερα από τα κορίτσια. Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον και δυστυχώς τελειώνει. Πέραν του πιθανού ταξιδιού του νέου ιού ίσως το μόνο αξιοσημείωτο που συνέβη μπορεί ήταν το φλερτ. Αλήθεια λέω και μην πιστεύεις τις ειδήσεις. Η πιο επαναστατική πράξη που μπορεί να συνέβη τις περασμένες νύχτες στην πλατεία Βαρνάβα ήταν μπας και κάποιοι γνωρίστηκαν και μετά από εκεί πήγαν να κάνουν σεξ ή αντάλλαξαν τηλέφωνα λέγοντας πως θα βρεθούν ξανά.

Το πράγμα ήταν βαρετό. Αμήχανα βαρετό. Τα αγόρια σκάσαν με βερμούδες και κοντομάνικα. Οι πιο μάχιμοι από αυτούς χωρίς να ρωτήσουν κανέναν – υποθέτω τους συντρόφους τους μόνο – την Παρασκευή, ύψωσαν δύο old school πανό. Ναι, μιλώ για εκείνα τα πανό που μπορεί να έχεις βαρεθεί. Ένα σύνθημα γραμμένο σε μαύρο χρώμα πάνω σε λευκό μουσαμά. Καμία φαντασία. Καμία νέα διαδηλωτική πρόταση. Υποτίθεται πως ο νέος κορονοϊός θα μας βρει με νέα συνθήματα, νέου τύπου καταγγελίες, νέες αγωνιστικές προτάσεις, νέα μουσική. Αν τίποτε από αυτά δεν συμβεί, τότε τι;

Η ώρα περνούσε και είπα να φύγω. Η ώρα περνούσε, η πλατεία γέμιζε. Δεν θέλω να μείνω άλλο, φεύγω. Δεν πιστεύω τις αρχές. Πιστεύω τους γιατρούς με αρχές. Λένε πως το πράγμα με τον κορονοϊό δεν τελείωσε. Λένε πως το φαινόμενο είναι υπό παρατήρηση. Ο επιστημονικός κόσμος μοιάζει στη σκέψη μου με τεράστιο ερωτηματικό. Ποια μπορεί να είναι η μέρα που θα τελειώσουμε με τον νέο κορονοϊό; O κόσμος της πλατείας μοιάζει να σχολιάζει το γεγονός της πανδημίας με όρους συνωμοσίας. Έχω θέση εδώ; Σίγουρα όχι. Βάζω μπρος τη μηχανή, πάω σπίτι. Σκάει το μίντια τσουνάμι με τον Λούλη. Τσάμπα αντριλίκι που σεξιστικό δεν το λες αλλά αποτυχημένο το λες και το παραλές. Λούλης και καλλιτέχνες με άδειες τσέπες. Λούλης και Κούλης και στριγκλιές και βιασύνη για αναμέτρηση, έτσι γιατί ακόμα δεν είδαμε το εμείς αλλά βλέπουμε μόνο το εγώ.