γράφει η Αγγελική Κώττη //

Ηγέτες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι «φασίστες» και «ναζιστές». Ο Μακρόν ιδίως, «έχει ανάγκη ελέγχου της νοημοσύνης» λέει ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δεν αφίσταται και το λοιπό πολιτικό προσωπικό της γείτονος (πλην του Κουρδικού Κόμματος) που στην εθνοσυνέλευση τα «έριξε» στον Γάλλο πρόεδρο επειδή «με τις απερίσκεπτες ενέργειές του, υπό το πρόσχημα της “στήριξης της ελευθερίας της έκφρασης”,  πυροδοτεί μια σύγκρουση, μια ρήξη, οι παγκόσμιες επιπτώσεις της οποίας μπορούν να επηρεάσουν βαθιά και αρνητικά τους ανθρώπους κάθε πίστης».

•Η Ευρώπη είναι «ένοχη» για κάτι στο οποίο έχει απόλυτο δίκιο. Είναι «ένοχη»,  σε μια χώρα στην οποία έχουν συντελεστεί άπειρα εγκλήματα κατά προσωπικών ελευθεριών και ένα ακόμα ετοιμάζεται για αύριο Παρασκευή. Μόλις μια μέρα μάς χωρίζει από τη διεξαγωγή προσευχής στην περίφημη Βυζαντινή Μονή της Χώρας, νυν Καριγιέ τζαμί. Προσευχή που θα γίνει, φυσικά, με τη συμμετοχή του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Το είχε άλλωστε προαναγγείλει από την πρώτη προσευχή στην Αγία Σοφία.

Το τζαμί Καριγιέ με μοναδικά βυζαντινά ψηφιδωτά, είχε μετατραπεί σε μουσείο πριν από 75 χρόνια. Όμως με την ίδια λογική που έγινε τζαμί η Αγία Σοφία, θα μετατραπεί και αυτό σε ευκτήριο οίκο των μωαμεθανών. Τεράστια προσβολή προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολιτιστική κληρονομιά όπως αυτά νοούνται και προστατεύονται παγκοσμίως. Όχι, δεν πρόκειται για πόλεμο των θρησκειών. Πρόκειται για πόλεμο της Ελευθερίας απέναντι στους εχθρούς της.

•Όλο αυτό τον καιρό γίνονταν προετοιμασίες. Τα ψηφιδωτά αποκλείονται με κουρτίνες, που βεβηλώνουν και αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του μνημείου και προφανώς, αφού στηρίζονται σε σωληνώσεις, έχουν δημιουργήσει και βλάβες. Άγνωστο αν θα ανοίγουν μόνο κατά την προσευχή, αφού έτσι είχε ειπωθεί και για τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας, αλλά παραμένουν καλυμμένα μονίμως και ο χώρος δεν είναι πλέον επισκέψιμος από μη πιστούς. 

Στο Καριγιέ έχει επίσης τοποθετηθεί μόνιμος άμβωνας, μόνιμη μικροφωνική εγκατάσταση και χαλιά, όπως ακριβώς και στην Αγία Σοφία. Τα χαλιά είναι από τον ίδιο κατασκευαστή με της Αγίας Σοφίας. 

•Μετά την Αγία Σοφία, που ήταν για εκείνον σύμβολο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε αποφασίσει  να μετατρέψει το εξίσου εμβληματικό βυζαντινό μνημείο σε τζαμί. Η Μονή της Χώρας διαθέτει την ωραιότερη και πλουσιότερη εικονογράφηση που έχει διασωθεί σε εκκλησιαστικό μνημείο της Ορθοδοξίας. 

Η Μονή ολοκληρώθηκε στη σημερινή της μορφή κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, επί Παλαιολόγων. Ήταν η πρώτη εκκλησία που λεηλατήθηκε ύστερα από την Άλωση, οπότε και κομματιάστηκε από τους εισβολείς η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, θρυλούμενο έργο του ευαγγελιστή Λουκά. Οι τοίχοι και ο τρούλος του καθολικού διακοσμήθηκαν με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες έξοχης τεχνοτροπίας που αναπαριστούν σκηνές από το βίο του Χριστού και της Θεοτόκου.

Ήταν χτισμένη στον έκτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, νότια του Κεράτιου κόλπου, και ήταν αφιερωμένη στον Χριστό (εκκλησία του Αγίου Σωτήρος εν τη Χώρα). Στη θέση του σωζόμενου μνημείου υπήρχε ναός ήδη από τον 5ο αιώνα, καθολικό μονής που βρισκόταν έξω από τα τείχη του Κωνσταντίνου Α΄ (306/324-337). Όταν ο Θεοδόσιος Β΄ (408-450) έχτισε τα νέα τείχη, κατά το διάστημα 412-441, η μονή περιελήφθη στον περίβολο των οχυρώσεων, καθώς βρίσκεται σε μικρή απόσταση από αυτές.

Η ονομασία απέκτησε και συμβολικό νόημα, όπως μπορούμε να το δούμε στα δύο βασικά ψηφιδωτά του νάρθηκα του καθολικού: οι επιγραφές που τα συνοδεύουν χαρακτηρίζουν το Χριστό «Χώρα των Ζώντων» και την Παναγία «Χώρα του Αχωρήτου».

Το σημερινό αρχιτεκτόνημα ανεγέρθηκε ανάμεσα στο 1077 και 1081 από την πεθερά του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) Μαρία Δούκαινα, πάνω σε παλαιότερα κτίσματα του 6ου και του 9ου αιώνα· αργότερα, λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν στην ανατολική πλευρά, ενδεχομένως από σεισμό, επισκευάστηκε ριζικά γύρω στο 1120 από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, γιο του Αλεξίου Α΄. Στους παλαιολόγειους χρόνους, μεταξύ των ετών 1316-1320/1321, ο Θεόδωρος Μετοχίτης πρόσθεσε τον εξωνάρθηκα και το νότιο παρεκκλήσιο, προσθήκες χαρακτηριστικές στην υστεροβυζαντινή ναοδομία, και κόσμησε το ναό με τα περίφημα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες.

 

Στους νάρθηκες του καθολικού και του παρεκκλησίου αναπτύσσονται οι δύο λεπτομερείς κύκλοι του βίου της Παρθένου και των παιδικών χρόνων του Χριστού, που συνδυάζονται με τη Γενεαλογία του και τον κύκλο των θαυμάτων του. Για τις περισσότερες από τις σκηνές των κύκλων αυτών αντλήθηκαν λεπτομέρειες από απόκρυφα θρησκευτικά κείμενα όπως το Πρωτευαγγέλιο ή το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση στο Μεσαίωνα. Στους τρούλους και στα τόξα των κογχών των ναρθήκων απεικονίζονται ο Χριστός, η Παναγία στον τύπο της Βλαχερνίτισσας, οι πατριάρχες και οι βασιλείς της Παλαιάς Διαθήκης, οι προφήτες, οι απόστολοι και άλλοι άγιοι σε ολόσωμες παραστάσεις ή σε προτομές σε μετάλλια. Πάνω από την είσοδο του εσωνάρθηκα προς τον κυρίως ναό βρίσκεται το ψηφιδωτό ένθρονου Ιησού, στα πόδια του γονατίζει ο κτήτορας Θεόδωρος Μετοχίτης, προσφέροντάς του μικρό μοντέλο του ναού.

•Περίπου μισό αιώνα μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, το κτίσμα μετατράπηκε σε τέμενος με εντολή του μεγάλου βεζίρη του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512) και πήρε το όνομα Kariye Çamii. Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με παχύ στρώμα κονιάματος, που μαζί με τους συχνούς σεισμούς στην περιοχή κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής διακόσμησης. Το 1945 αποφασίστηκε η μετατροπή σε μουσείο. Το 1948, με πρωτοβουλία των Thomas Whittemore και Paul A. Underwood, ερευνητών στο Αμερικανικό Βυζαντινό Ινστιτούτο (Byzantine Institute of America) και στο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών του Dumbarton Oaks, ξεκίνησε το πρόγραμμα αναστήλωσης του μνημείου. Έκτοτε το μνημείο έπαψε να λειτουργεί ως τέμενος και το 1958 άνοιξε τις πόρτες του για το κοινό ως Kariye Müzesi (Μουσείο Καριγιέ τζαμί).

Πρόκειται για  το σημαντικότερο μνημείο της εποχής των Παλαιολόγων και λόγω του μοναδικού του εικονογραφικού προγράμματος, ένα από τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα της βυζαντινής τέχνης. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του ναού και οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου αναδεικνύουν το υψηλό ποιοτικά επίπεδο, την ιδεολογική κατεύθυνση, την αναβίωση των κλασικών γραμμάτων και την καλλιτεχνική καταξίωση της Αναγέννησης των Παλαιολόγων κατά το 14ο αιώνα.