
Δεύτερος γύρος | Κριτική – Η νέα ταινία του Αλμπέρ Ντιποντέλ βγαίνει στα σινεμά την Πέμπτη 1 Αυγούστου.
Δεύτερος γύρος (2023) – Ο Αλμπέρ Ντιποντέλ (“Αντίο, Ηλίθιοι!”, “Ραντεβού Εκεί Ψηλά”) συνεχίζει σταθερά στη μανιέρα της εκκεντρικής δραμεντί που έχει καθιερώσει για τις σκηνοθετικές του απόπειρες και η οποία του έχει χαρίσει μεγάλη δημοφιλία εντός Γαλλίας (φαίνεται να νοσταλγούν πολλοί τον τύπο σινεμά που έκαναν παλιότερα δημιουργοί όπως ο Ζαν-Πιερ Ζενέ), μόνο που αυτή τη φορά παραδίδει ένα αδύναμο φιλμ, ίσως και γιατί το ευαίσθητο θέμα της πολιτικής με το οποίο καταπιάνεται να ήθελε λιγότερο επιδερμικούς χειρισμούς.
Τα πράγματα δεν ξεκινάνε άσχημα, καθώς εντοπίζεται μια κεφάτη σατιρική διάθεση που ενδέχεται να περιέχει και κάποιες σπόντες για την τωρινή πραγματικότητα στη Γαλλία του μακρονισμού, ενώ το μυστήριο γύρω από το τι κρύβεται πίσω από τη «βιτρίνα» της πλοκής ιντριγκάρει τον θεατή.
Δυστυχώς, όταν φτάνει η ώρα για να αποκαλυφθούν όλες εκείνες οι πτυχές που δεν ήταν φανερές μέχρι ένα σημείο, κυριαρχεί η απογοήτευση, καθώς τη θέση του κυνισμού παίρνει μια αφέλεια που παραπέμπει σε σύγχρονο παραμύθι χωρίς τη γοητεία, και η οποία δεν έχει καμία σχέση με τον χώρο τον οποίο περιγράφει.
Όταν μάλιστα λαμβάνουν χώρα και συγκεκριμένες εξελίξεις που μετατοπίζουν το επίκεντρο του δράματος και «σοβαρεύουν» με την κακή έννοια τον τόνο του φιλμ, χάνεται και μεγάλο μέρος της όποιας απόλαυσης και πρωτοτυπίας που βρίσκονται στη διαφορετική ματιά του Ντιποντέλ. Και οι σινεφίλ αναφορές, αν και καλοδεχούμενες (από την «Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» μέχρι το «Να Είσαι Εκεί Κύριε Τσανς») δεν σώζουν πολλά.
Αλλά και το ιδιόρρυθμο, χαρακτηριστικό χιούμορ του Ντιποντέλ εδώ περισσότερο κουράζει παρά πετυχαίνει τον στόχο του, ειδικά από τη στιγμή που ό,τι λαμβάνει χώρα επί της οθόνης είναι τόσο εξωφρενικό που δεν μπορεί να βρει σημεία σύνδεσης με τον θεατή σε ανθρώπινο επίπεδο.
Δεύτερος γύρος – Υπάρχουν διασκεδαστικές σκηνές, αλλά και ταυτόχρονα μια τάση η «τρέλα» των μεμονωμένων ευρημάτων να εξυπηρετεί μια συμβατική δραματουργική δομή αντί να υπαγορεύσει μια αντίστοιχα ανατρεπτική διάθεση και σε αυτό το πεδίο για μια πραγματικά εκτός ορίων εμπειρία. Και τελικά δεν είναι και απόλυτα ξεκάθαρο το «πού το πάει» η αλληγορική διάθεση του σεναρίου, ειδικά με το ποια κατάληξη επιλέγεται, αλλά αυτή η ασάφεια περισσότερο δίνει την αίσθηση ενός υλικού όχι καλά επεξεργασμένου παρά μιας εσκεμμένης αμφισημίας από άποψη. Η δε αισιοδοξία του φινάλε, ενώ θα ήθελε να έχει λυτρωτικό χαρακτήρα, μάλλον περισσότερο εκπέμπει μια άβολη ασυμβατότητα με την τρέχουσα παγκόσμια επικαιρότητα.
Για μια ακόμη φορά πάντως η Σεσίλ ντε Φρανς επιβεβαιώνεται ως μια αξιόπιστη ερμηνεύτρια εκπέμποντας εδώ και μια κωμικότητα που δεν είναι τονισμένη στο έπακρο, σιγοντάροντας την υφή του χιούμορ που επικρατεί στο σύνολο και είναι εμφανώς πιο κραυγαλέα από το πορτρέτο της. Πάντως το περισσότερο γέλιο βγαίνει από τον βετεράνο Νικολά Μαριέ σ’ έναν ρόλο που μπορεί να μην έχει μεγάλη σημασία για την εξέλιξη των δρώμενων, αλλά που καταφέρνει να μείνει στη μνήμη για μια σειρά αστείων σεκάνς που αποδίδονται από τον ίδιο με κέφι, πάντα με επικουρικό τρόπο και όχι με «καπέλωμα».
Ο απολογισμός είναι αυτός ενός φιάσκου με κάποια στοιχεία που αποτρέπουν από το να αποκηρύξει κάποιος εντελώς το όλο «πακέτο». Καλή η ιδιοσυγκρασία, αλλά αν δεν συνοδεύεται από ουσιαστική έμπνευση κι ένα συγκροτημένο όραμα δεν μπορεί να φτάσει πολύ μακριά.
Σκηνοθεσία / Σενάριο: Αλμπέρ Ντιποντέλ
Παίζουν: Σεσίλ ντε Φρανς, Αλμπέρ Ντιποντέλ, Νικολά Μαριέ
Διανομή: Weirdwave












