
Ο Δημήτρης Ήμελλος έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου 2024, σε ηλικία 57 ετών, ύστερα από μάχη με τον καρκίνο. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του
Ο Δημήτρης Ήμελλος γεννήθηκε το 1967 στην Κυψέλη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νομική Σχολή Αθηνών, εντάχθηκε στο Θεατρικό Εργαστήρι του Βασίλη Διαμαντόπουλου και έπειτα στη Δραματική Σχολή του Διομήδη Φωτιάδη, απ’ όπου και αποφοίτησε. Σπούδασε επίσης στην Ακαδημία Θεατρικής Τέχνης της Μόσχας (ΓΚΙΤΙΣ) στο σκηνοθετικό τμήμα του Λεονίντ Χέιφιτς.
Συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις, όπως: Ιφιγένεια στη Χώρα των Ταύρων, Οιδίπους επί Κολωνώ, Ένας Υπέροχος Κερατάς, Πέρσες, Αντιγόνη, Φρεναπάτη, Νοσταλγός, Αγάπης Αγώνας Άγονος, Αυτό που δεν τελειώνει, Μήδεια, Μολιέρος, Όνειρο, Ο Ταρτούφος, Ο Ηλίθιος, Στο Βυθό, Το Ύστατο Σήμερα, Ερωτόκριτος, Αμφιτρύων κ.α.
Από το 2001 έως το 2007 υπήρξε μέλος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου υπό τη διεύθυνση του Στάθη Λιβαθινού, με τον οποίο ο ηθοποιός συνεργάζεται στενά. Επίσης, δίδαξε στο Εργαστήρι Σκηνοθεσίας και Υποκριτικής καθώς και στις δραματικές σχολές Ίασμος και Δήλος[6].
Το 2001 ήταν ο πρώτος νέος ηθοποιός που τιμήθηκε με το βραβείο Χορν για την ερμηνεία του στη Φρεναπάτη του Τ. Κούσνερ σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού[7], ενώ το 2005 τιμήθηκε από τους αναγνώστες του περιοδικού «Αθηνόραμα» με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για την ερμηνεία του στο έργο του Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος».
Παρότι βαθιά θεατρικός, ο Δημήτρης Ήμελλος είχε σταθερή και ουσιαστική παρουσία και στην τηλεόραση, κυρίως σε σειρές αυξημένων δραματουργικών απαιτήσεων. Συμμετείχε σε παραγωγές όπως «Το 10», «Καρυωτάκης», «Κόκκινος Κύκλος», «Η ζωή της άλλης», ενώ τα τελευταία χρόνια έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τον «Σασμό» και τη σειρά «Άγιος Παΐσιος – Από τα Φάρασα στον Ουρανό», χωρίς ποτέ να αλλοιώσει τον χαμηλόφωνο χαρακτήρα των ερμηνειών του.
Στον κινηματογράφο δεν αναζήτησε ποτέ τον πρωταγωνιστικό θόρυβο. Οι επιλογές του ήταν μετρημένες, προσανατολισμένες σε ταινίες χαρακτήρων και όχι εντυπώσεων.
Από τις πρώτες του εμφανίσεις σε έργα όπως το «Beautiful People» (2001) και το «Delivery» (2004), μέχρι το «Bank Bang» (2008) και το «Απ’ τα Κόκαλα Βγαλμένο» (2011), η παρουσία του λειτουργούσε υπόγεια αλλά καθοριστικά. Το 2013 συμμετείχε στο «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά, μία από τις πιο διεθνώς αναγνωρισμένες στιγμές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, όπου η ερμηνεία του ενίσχυσε το ασφυκτικό, σκοτεινό σύμπαν της ταινίας χωρίς καμία εξωστρέφεια. Ακολούθησαν εμφανίσεις στον «Νοτιά» (2016), στη «Δουλειά της» (2018) και στον «Ράφτη» (2020), επιβεβαιώνοντας τη σταθερή του προσήλωση στο μέτρο και την εσωτερική ένταση. Η «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα (2023) αποτέλεσε την τελευταία του κινηματογραφική παρουσία, κλείνοντας διακριτικά έναν κύκλο, χωρίς υστεροφημία, όπως ακριβώς έζησε και εργάστηκε.









