Η κατανάλωση του εαυτού

Της Ειρήνης Δερμιτζάκη*

Εδώ και ένα μήνα σχεδόν ζω μέσα στο δάσος του Κόλισερολα σε προάστιο της Βαρκελώνης, σε ένα ρέζιντενσι για συγγραφείς. Από τα παιδικά μου χρόνια έχω να ζήσω για τόσο καιρό κοντά στη φύση. Όσες φορές κατέβηκα στην πόλη με τον προαστιακό, παρατήρησα πως οι περισσότεροι επιβάτες, όλων των ηλικιών, ήταν σκυμμένοι πάνω στα κινητά τους, με τα ηχεία στη διαπασόν, να βλέπουν βίντεο και φωτογραφίες. Το καμπούριασμα της ράχης και το σκύψιμο του αυχένα, μου θύμισε αγρότες στο χωριό μου στην Κρήτη, όταν κουβαλούσαν σακιά με πατάτες ή λίπασμα. Αυτό το αόρατο βάρος, να είμαστε παρόντες στα κοινωνικά δίκτυα, κουβαλάμε πια στις πλάτες μας.

Ζούμε πλέον σε μια κοινωνία που έχει οργανωθεί γύρω από το τι θα καταναλώσουμε. Καταναλώνουμε βίντεο στα σόσιαλ μίντια, επιγραμματικές ειδήσεις, φωτογραφίες, δεν καταναλώνουμε πια προϊόντα, αλλά ανθρώπους. Και δεν είμαστε μόνο καταναλωτές, αλλά και οι ίδιοι προϊόν για κατανάλωση. Ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του. Κι αυτό ακτινοβολείται σε κάθε εμπειρία: στον πολιτισμό, την ψυχαγωγία, την πολιτική οργάνωση και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Τον 19ο αιώνα παρατηρούσαμε την αλλοτρίωση στην καπιταλιστική παραγωγή. Σήμερα η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν παράγει, δεν είναι αγρότες, ούτε εργάτες, αλλά αλλοτριωμένοι καταναλωτές, με όλες τις ανθρώπινες σχέσεις να βασίζονται στην κατανάλωση. Αποξενωνόμαστε από την ίδια μας τη ζωή, η οποία γίνεται αντικείμενο προς κατανάλωση. Είμαστε “θεατές” της ζωής μας, χωρίς να τη βιώνουμε πραγματικά, και ταυτόχρονα το “θέαμα” για τους άλλους.

Μια γυναίκα κοιτά το κινητό της τηλέφωνο

Ουσιαστική επιθυμία και αλγόριθμος 

Η κυριαρχία του καπιταλισμού στην κοινωνική ζωή έφερε την υποβάθμιση από το να “υπάρχεις” στο να “έχεις”. Η κυριαρχία των κοινωνικών δικτύων μας υποβάθμισε ακόμα περισσότερο· έχουμε οδηγηθεί από το “να έχεις” στο “να φαίνεσαι”.

Στρέψαμε τον φακό της κάμερας από τον άλλον ή το τοπίο, προς τον εαυτό μας. Η φωτογραφία, που κάποτε είχε στόχο να κρατήσει την ανάμνηση αναλλοίωτη, έγινε ο ναρκισιστιστικός καθρέφτης μας.

Καταναλώνουμε συνεχώς φωτογραφίες, βίντεο, σκέψεις των άλλων ανθρώπων που μας υπαγορεύουν τον κανόνα “ότι φαίνεται είναι καλό”, ενώ σε περιόδους κρίσης κοιτάμε ανήμποροι και μουδιασμένοι, γιατί κανείς δεν υπόσχεται τίποτα για το μέλλον, παρά μόνο δηλώνει: “αυτή είναι η κατάσταση, αποδέξου τη”.

Αφού υποβαθμιστήκαμε σε προϊόντα προς κατανάλωση, αυτόματα παγιδευτήκαμε και στους κανόνες της αγοράς. Πρέπει να φαινόμαστε επιτυχημένοι, να φαινόμαστε ευτυχισμένοι, να φαινόμαστε όμορφοι. Όπως ένα “τέλειο” προϊόν στη διαφήμιση, έτσι κι εμείς πρέπει να φαινόμαστε ιδανικοί προς κατανάλωση. Ταυτόχρονα οι αλγόριθμοι μας διαβάζουν και συνεχίζουν να μας τροφοδοτούν με οπτικά σκουπίδια και διαφημίσεις προϊόντων, για τις δήθεν ανάγκες μας, αλλά όχι για τις ουσιαστικές επιθυμίες μας. Αυτές τις αγνοούμε και εμείς, και οι αλγόριθμοι.

Μια γυναίκα κοιτά το κινητό της τηλέφωνο

Θεατές της δικής μας ζωής 

Σε μια κοινωνία που έχει οργανωθεί γύρω από το τι θα καταναλώσουμε, σε μια κοινωνία που εμείς οι ίδιοι καταναλώνουμε τον εαυτό μας, η τέχνη έχει παγιδευτεί στο χωνευτήρι της κατανάλωσης.

Ο ηθοποιός, από δημιουργός, έχει γίνει προϊόν. Η επίδειξη της προσωπικής του ζωής παίρνει περισσότερα λάικ από το έργο του.

Ο συγγραφέας ποστάρει τη γνώμη του, αντί να μας δείξει τις σκέψεις του μέσα από τη λογοτεχνία.

Ο σκηνοθέτης επιλέγει ηθοποιούς που έχουν πολλούς φόλοουερς, δεν κοιτά πια βιογραφικά, σπουδές και εμπειρία. Το κοινό επιλέγει θεάματα και αναγνώσματα που έχουν περισσότερα λάικ· αγνοεί το περιεχόμενο, την αισθητική. Δεν βλέπει την παράσταση, τη φωτογραφίζει. Βγάζει σέλφις για να δηλώσει ότι είδε θέατρο, διάβασε βιβλίο, πήγε σινεμά. Φωτογραφίζει τον πίνακα στο μουσείο, αντί να τον κοιτάξει. Φωτογραφίζει τη φύση, αντί να έρθει σε επαφή μαζί της.

Θεατές της ίδιας μας της ζωής, έχουμε υποβιβαστεί σε μια κατάσταση απομονωμένης παθητικότητας. Τα κοινωνικά δίκτυα, με χιλιάδες φωτογραφίες και βίντεο, διαμορφώνουν τον τρόπο που πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Αντικαθιστούν τη δράση με την παθητικότητα· την κριτική σκέψη, με το μούδιασμα. Θάβεται η ουσιαστική μας επιθυμία και γίνεται ανάγκη να αρέσουμε στους άλλους. Ο πρωτόγονος άνθρωπος ήταν κυνηγός θηραμάτων για να επιβιώσει. Εμείς έχουμε καταντήσει κυνηγοί των λάικ και των ριάξιονς για να επιβιώσουμε υπαρξιακά και συναισθηματικά.

Η Ειρήνη Δερμιτζάκη

* Η Ειρήνη Δερμιτζάκη γεννήθηκε στη Σητεία το 1982. Σπούδασε Θέατρο στην Ελλάδα, Κινηματογράφο στην Αγγλία όπου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Δημιουργική Γραφή. Έχει βραβευτεί για τα διηγήματά της και τα θεατρικά της έργα. Έχει γράψει σενάρια για ταινίες μικρού μήκους και για την τηλεόραση, ενώ θεατρικά της έργα έχουν ανέβει σε Ελλάδα και Αγγλία. Έχει εκδώσει 7 βιβλία σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Διδάσκει δημιουργική γραφή σε διάφορους φορείς και θεατρική γραφή στο Εθνικό Θέατρο.