επιμέλεια Στέλλα Παπαλάμπρου* //

Δεν έγινε ποτέ το είδωλο λαϊκής κατανάλωσης. Η Κατρίν Ντενέβ στήριξε τη θηλυκότητα παρουσιάζοντας τη “σκοτεινή” της πλευρά.

Η Κατρίν Ντενέβ, με πραγματικό όνομα Κατρίν Ντορλεάκ -γεννημένη στις 22 Οκτωβρίου 1943 στο Παρίσι- έγινε διεθνώς γνωστή για την αρχέτυπη γαλλική ομορφιά της, καθώς και για τους ρόλους της σε ταινίες των πλέον σημαντικών σκηνοθετών του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Η Ντενέβ είναι η τρίτη από τις τέσσερις κόρες που γεννήθηκαν από τους γάλλους ηθοποιούς Μορίς Ντορλεάκ και Ρενέ Ντενέβ. Αρχικά έλαβε έναν μικρό ρόλο στην ταινία Les Collégiennes του 1957 και ξεκίνησε την κινηματογραφική της σταδιοδρομία πλέον επαγγελματικά το 1960 με την εμφάνισή της στις Μικρές Γάτες, της οποίας η αγγλική έκδοση κυκλοφόρησε ως Οι Άγριες Ρίζες της Αγάπης. Το καλλιτεχνικό της άστρο άρχισε να λάμπει διεθνώς με την επιτυχημένη παράσταση του ρομαντικού κλασικού έργου Οι ομπρέλες του Χερβούργου, του σκηνοθέτη Ζακ Ντεμί (1964).

•Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και 1970, η Ντενέβ είχε μεγάλη ζήτηση από κορυφαίους σκηνοθέτες του κόσμου, όπως ο Ρομάν Πολάνσκι (Αποστροφή, 1965) και ο Τέρενς Γιάνγκ (Μάγιερλινγκ, 1968). Εργάστηκε για τον Λουί Μπουνιουέλ στην εξαιρετικά φημισμένη γαλλο-ιταλική συμπαραγωγή Η ωραία της ημέρας (1967) και την εξίσου αναγνωρισμένη γαλλο-ιταλο-ισπανική συμπαραγωγή Τριστάνα (1970). Εμφανίστηκε σποραδικά σε αμερικανικές ταινίες, ίσως οι πιο αξιομνημόνευτοι ρόλοι ήταν στην ταινία The April Fools (1969) με τον Τζάκ Λέμον και Hustle (1975) με τον Μπάρτ Ρέινολντς.

Η Ωραία της Ημέρας (1967)

Παρά το διεθνές βιογραφικό της, οι περισσότερες από τις ταινίες της Ντενέβ γυρίστηκαν στη Γαλλία. Συνεργάστηκε με τον Φρανσουά Τρυφώ στις ταινίες Η σειρήνα του Μισισιπή (1969) και Το τελευταίο μετρό (1980), ενώ έπαιξε, επίσης, στο Peau d’Ane του Ζακ Ντεμί (1970), στο Ο μπάτσος ή το Βρώμικο Χρήμα του Ζαν Πιερ Μελβίλ (1971), και στην ταινία του Κλωντ Μπερί, Τους αγαπώ όλους (1980).

Η Σειρήνα του Μισισιπή (1969)

Στις πλέον αξιόλογες ταινίες της Κατρίν Ντενέβ κατά την δεκαετία του 1990 συμπεριλαμβάνεται η Ινδοκίνα (1992), για την οποία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου και Το μοναστήρι του πάθους (1995), το οποίο σκηνοθέτησε ο βραβευμένος πορτογάλος σκηνοθέτης Μανουέλ ντε Ολιβέιρα.

Η Ντενέβ ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με την ταινία Δαμάζοντας τα κύματα (1996), που ζήτησε από τον σκηνοθέτη της, Λαρς φον Τρίερ, να συμμετάσχει σε μία από τις ταινίες του. Ως απάντηση στο αίτημά της ήρθε ο δεύτερος ρόλος κατά τον οποίο υποδύεται την έμπιστη συνάδελφο στο ίδιο εργοστάσιο και φίλη της πρωταγωνίστριας Μπγιόρκ στο Χορεύοντας στο Σκοτάδι (2000).

Ινδοκίνα (1992)

Ανάμεσα σε όλες τις παραπάνω αξιοσημείωτες δουλειές της, στις αρχές του 21ου αιώνα, ήταν και οι Οκτώ Γυναίκες του Φρανσουά Οζόν (2002), αλλά και μικρότεροι ρόλοι στα έργα του Ολιβέιρα Γυρίζω Σπίτι (2001) και το Λόγια μιας Ταινίας (2003). Αργότερα ξανασυνεργάστηκε με τον Οζόν για τη φαρσοκωμωδία Potiche (2010). Ακολουθεί ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στο Elle s’en va (2013, Στο Δρόμο Μου) που υποδύεται μια γυναίκα που ξεκινά ένα οδικό ταξίδι μετά το τέλος μιας ερωτικής σχέσης. Το Με το κεφάλι ψηλά (2015) φέρνει τη Ντενέβ στο ρόλο του οικογενειακού δικαστή που προσπαθεί να κατευθύνει έναν νεαρό εγκληματία μακριά από την αυτοκαταστροφή.

Η Κατρίν Ντενέβ και ο Ζεράρ Ντεπαρτιέ στο Τελευταίο Μετρό (1980)

Εκτός από τη δόξα και την αναγνωρισιμότητα που απέκτησε για την ομορφιά και το υποκριτικό της ταλέντο, η Ντενέβ έγινε το επίκεντρο του κοινωνικού σχολιασμού, για τη σχέση της με τον σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ και τον ηθοποιό Μαρτσέλο Μαστρογιάννι.

Από τις σχέσεις της αυτές απέκτησε δύο παιδιά, μεταξύ των οποίων και η ηθοποιός Κιάρα Μαστρογιάννι, με την οποία η Ντενέβ έπαιξε σε αρκετές ταινίες, συμπεριλαμβανομένου του μιούζικαλ Σημασία έχει να σ’ αγαπούν (2011) και του Τρεις καρδιές (2014). Η μεγαλύτερη αδελφή της Ντενέβ, Φρανσουάζ Ντορλεάκ, ήταν επίσης επιτυχημένη ηθοποιός. Οι δυο αδελφές εμφανίστηκαν μαζί στην ταινία του Ζακ Ντεμί, Τα κορίτσια του Ροσφόρ (1967).

•Το 2018 στο Τόκιο απονεμήθηκε στη Ντενέβ το βραβείο Praemium Imperiale, της Ένωσης Ιαπωνικής Τέχνης για την 60χρονη καριέρα της στη βιομηχανία του θεάματος.