
Κώστας Β. Ζήσης
Ένας πλανήτης που διαβάζει τα μυαλά. Ένας πλανήτης που αναπαράγει την εικόνα νεκρών αγαπημένων πρόσωπων , και που υποβάλλει με αυτήν την «ανάκληση» τους ανθρώπους σε ένα αυτογνωσιακό υπαρξιακό ταξίδι. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Πολωνού Stanislaw Lem, γραμμένο το 1946, που μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη από τον Ταρκόφσκι το 1972 και τον Σόντερμπεργκ το 2002.
Γραμμένο σε περίοδο μεγάλων πολιτικών και ιστορικών ανακατατάξεων στη χώρα, στις απαρχές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με τη λήξη του Β παγκοσμίου πολέμου, ο Lem, γράφει ένα έργο βαθιά φιλοσοφικό, θέτοντας πολλά ερωτήματα για την εξέλιξη του ανθρώπου και τον κόσμο. Η επιστημονική φαντασία, το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης σε μορφή και το ψυχολογικό θρίλερ, το αμέσως επόμενο υφολογικό επίπεδο, γίνονται τα βαγόνια κατάδυσης στα άδυτα της ανθρώπινης ταυτότητας , δημιουργώντας ένα τρίτο μεγαλειώδες επίπεδο ανάγνωσης και κατανόησης. Τι τελικά απαιτεί και διεκδικεί αυτός παράξενος πλανήτης, όπου ο φυσικός νόμος της βαρύτητας εφαρμόζεται στις ανθρώπινες συνειδήσεις που περιμετρικά τον παρακολουθούν; Ενσαρκώνει αναγκαστικά σχεδόν τις ιδέες και τις αντιλήψεις του ανθρώπου για το περιβάλλον του; Ικανοποιεί φασματικά όσα λαχταρά η συνείδηση; Φέρνει στην επιφάνεια το καλά κρυμμένο «εγώ»; Και άραγε το γνωρίζουμε το δικό μας «εγώ» ή έχουμε κατανοήσει πλήρως ό,τι αγαπάμε; Ή μήπως έχουμε αυτοπλανηθεί ακολουθώντας τη διαμορφωμένη δική μας αντίληψη; Γνωρίζουμε πραγματικά τους αγαπημένους μας; Και είναι η εικόνα που βλέπουμε η πραγματικότητα ή μήπως πλάθουμε εικόνες με βάση τις δικές πραγατικότητες;
Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα ερωτήματα ήδη είχαν απασχολήσει τη φιλοσοφία από την αρχαιότητα. Στο Solaris βρίσκουμε αρχετυπικά θραύσματα από την «Άλκηστη» του Ευριπίδη, ένα σχόλι στο ασαφές και αναπάντητο τέλος του αρχαίου δράματος, όπου η αμφιβολία για την πραγματική ταυτότητα της «αναστημένης» ηρωίδας παραμένει άλυτη. Ο άθεος Lem, αρπάζει την ευκαιρία για να υποστηρίξει τη υποκειμενικότητα του Θείου και την εντέλει ταύτισή του με το Ανθρώπινο, ένα Θείο που έχει δικαίωμα στα λάθη, ένα ατελές Θείο, που δημιουργεί συνθήκες που οδηγούν στη φρίκη. Έτσι το Solaris, παίρνει τη θέση του δίπλα σε παγκόσμια αριστουργήματα της λογοτεχνίας, όπου ένα φαινομενικά εύπεπτο θέμα οδηγεί αναπάντεχα σε βαθιές φιλοσοφικές αναζητήσεις, όπως για παράδειγμα το Μόμπυ Ντικ (1851) του Χέρμαν Μέλβιλ ή του δικού μας Καπετάν Μιχάλη (1953) του Νίκου Καζαντζάκη.
Ο Θοδωρής Αμπαζής με τη σκηνογραφική επέμβαση της Ναταλίας Μαντά, εκμεταλλεύεται στον απόλυτο βαθμό τον υπό διαμόρφωση χώρο της κλινικής του Ασύλου Ανιάτων, δημιουργώντας μια σκηνική εγκατάσταση που φέρει το άρωμα, τη σφραγίδα και την ατμόσφαιρα του διαστημικού σταθμού. Ξεπερνά τα όποια δραματικά στοιχεία του μυθιστορήματος, επιμένοντας στα φιλοσοφικά υπαρξιακά ζητήματα, ακολουθώντας έναν σταθερό και καθόλου αργό ρυθμό. Μεγάλοι σύμμαχοι του τα φώτα του Τάσου Παλαιορούτα, όπου «τετραγωνίζουν» σκιές και είδωλα, η σκηνογραφική έμπνευση των «δωματίων» του μυαλού όπου αναπαράγονται οι αναμνήσεις και βεβαίως η ηλεκτρονική μουσική του Γιάννη Αναστασάκη όπου συμπρωταγωνιστεί διακριτικά μεν, ευδιάκριτα και καθοριστικά δε στη συνειδησιακή εμπλοκή που υποβάλλεται ο θεατής. Γιατί αυτή η παράσταση, κάνει το θεατή, βουβά σχεδόν, να υποβάλλεται λεπτό προς λεπτό στη φιλοσοφική διάσταση της. Κι αν αρχικά, αισθανθήκαμε κι εμείς «χαμένοι στο διάστημα», και κάπως αινιγματικά αμήχανοι μπροστά στο αίσθημα της αγωνίας όπως ακριβώς ο κεντρικός ήρωας, στην πορεία βρήκαμε το δρόμο μας (και τον εαυτό μας) μέσα στον μυστηριώδη αυτό δαίδαλο της αυτογνωσίας και μέσα από τη διαρκή αναμονή του αναπάντεχου, όπου τελικά αποδεικνύεται τραγικά γήινο και ανθρώπινο, όπως ακριβώς και η αμφιβολία.
Οι Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Νέστωρ Κοψιδάς, Δανάη Σαριδάκη, είναι φανερό ότι δούλεψαν ακόμα και σε υπαρξιακό επίπεδο για την απόδοση. Αφηγούνται και διαλέγονται την ιστορία, με διαδοχή και ρυθμό, με την οικονομία της μετάφρασης και του ξηρού λόγου του Γιώργου Τσακνιά και με τις απαραίτητες παύσεις και σιωπές. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης στον κεντρικό ρόλο του Κέλβιν, που βιώνει σε απτό επίπεδο το αντίγραφο/εικόνα της νεκρής αγαπημένης του, ερμηνεύει κλιμακωτά τον απεγνωσμένα χαμένο ήρωά του, ρίχνοντας ίσως περισσότερο βάρος σε μια υπερτονισμενη έμφατική άρθρωση των λέξεων. Καθοριστική και η συμβολή των Δέσποινας Παυλίδη, Γιάννη Σύριου και Σπύρου Σουρβίνου.







