Ο φόβος τρώει τα σωθικά – Η ταινία του κορυφαίου Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ προβάλλεται στο σινεμά Άστυ.

Το έργο «Ο φόβος τρώει τα σωθικά» (1974), σε σενάριο και σκηνοθεσία Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, βγήκε στα σινεμά -σε ψηφιακά αποκατεστημένες κόπιες- στις 12 Σεπτεμβρίου.

Σε μια δεκαετία, αυτή του 1970, που κινηματογραφικά, σε μεγάλο βαθμό, προχωρούσε στην ευρεία αμφισβήτηση των πολιτικών αφηγημάτων που είχαν κυριαρχήσει μεταπολεμικά, άρα και σε μια ανάλογη επιλογή θεματικών, πάντα με υψηλές φιλοδοξίες, υπήρχαν και δημιουργοί που επέμεναν ανθρωποκεντρικά, όπως ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Με φιλμ που σίγουρα δεν αποκαλεί κάποιος «απολιτίκ», που όμως τονίζουν κάτι που ακόμη και σήμερα δεν είναι απολύτως προφανές: πως η ζωή ίσως καθορίζεται περισσότερο μέσα στα σπίτια, τα καφενεία, στα διαλείμματα από τη δουλειά παρά στα σαλόνια της όποιας εξουσίας.

Οι ιστορικές κτηνωδίες, οι διχασμοί, οι τρομοκρατικές ενέργειες, όλα εκείνα τα γεγονότα που συζητιούνται ευρέως από τους πολλούς, ειδικούς και μη, είναι οι πιο αξιομνημόνευτες λεπτομέρειες ενός εξαιρετικά μεγάλου πίνακα με αμέτρητες διαφορετικές παραστάσεις. Όσο σημαντικές και να είναι, αποτελούν μέρος και όχι το «όλον» της εικόνας.

Προχωρώντας σε διατυπώσεις που υπό ένα πρίσμα θα μπορούσαν να διαβαστούν ως «αντιδραστικές» (ενώ δεν είναι), ο Φασμπίντερ, με μια φαινομενικά απλή αφετηρία, σκιαγραφεί με εμβρίθεια το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του.

Δεν θεωρεί πως η αποκαλούμενη εργατική τάξη της χώρας του είναι εξ ορισμού υπερυψωμένη σε κάποιο νοητό ηθικό βάθρο, καθώς ένα μεγάλο μέρος της (αν όχι και το μεγαλύτερο) αντί να συμπεριφερθεί με αλληλεγγύη περιχαρακώνεται πίσω από συγκριτικά προνόμια ενάντια σε άλλες, πιο περιθωριοποιημένες ομάδες.

Ενώ και οι αρχές του κάθε ατόμου μεμονωμένα κατά τον ίδιο μάλλον δεν διαμορφώνονται τόσο από ένα καλά ορισμένο προσωπικό «μανιφέστο» όσο από ένα μείγμα συναισθημάτων, βιωμάτων και περιβάλλοντος, κάτι που βέβαια αφήνει ελεύθερο το πεδίο για αντιφάσεις στη δράση και στη σκέψη.

Πέρα από τον κυνισμό που υπονοούν τα άνωθεν συμπεράσματα, εντοπίζεται από πλευράς σεναρίου κι ένας ρομαντισμός, μια αισιοδοξία που αντιπροσωπεύεται από την απρόσμενη ερωτική σχέση ανάμεσα στην Emmi (μια Γερμανίδα εξηντάχρονη καθαρίστρια) και τον Ali (Μαροκινού εργάτη 20 χρόνια μικρότερο της), με όλες τις θετικές και αρνητικές διακυμάνσεις της που οδηγούν σε χαρές και συγκρούσεις της στιγμής.

Ανάμεσα στους αδικημένους, ενδέχεται η αδήριτη ανάγκη για εγκάρδια επικοινωνία και ειλικρινή συντροφικότητα να κάνει την υπέρβαση και να αποτελέσει μια μικρή νίκη της καθημερινότητας σ’ έναν ωκεανό ματαιώσεων. Αναπόφευκτα βέβαια το γυαλί ραγίζει και η εξιδανίκευση υποχωρεί στο πέρασμα του χρόνου, όμως αν τα συναισθήματα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό τότε το στοίχημα είναι κερδισμένο.

Ο φόβος τρώει τα σωθικά – Το φινάλε του έργου έχει σε πρώτη ανάγνωση μια απαισιόδοξη χροιά, καθώς τονίζεται το εφήμερο στοιχείο, όμως βρίσκει κανείς και μια θετική πλευρά στη συνθήκη που πλέον αποτυπώνεται, από την άποψη πως υπάρχει η εγγύηση ότι το επί της οθόνης ζευγάρι πιθανότατα θα συνεχίσει αχώριστο, και ό,τι δύσκολο έχει να αντιμετωπίσει για το μέλλον θα το βρει ενωμένο.

Σαν σύνοψη, θα έλεγε κάποιος πως το κατά Φασμπιντερόραμα για την ανθρωπότητα μέσω της μελέτης του υποσυνόλου στο οποίο ανήκει ο ίδιος είναι πεσιμιστικό ως προς το σύνολο αλλά οπτιμιστικό ως προς τις μονάδες ως «νησίδες» αντίστασης.

Και η τεχνική που χρησιμοποιείται έχει τρομερό ενδιαφέρον ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα, κυρίως σχετικά με το πώς μέσα από το απλό και το καθημερινό εκπέμπεται ένα εστέτ μεγαλείο το οποίο αποτυπώνεται σε πολλές πτυχές, από τη σημειολογία του εκάστοτε χώρου (ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πώς νοηματοδοτούνται οι σκάλες στη δουλειά της Emmi) μέχρι την κινησιολογία των ηρώων.

Αυτό που ξεδιπλώνεται στο πανί θα ήταν θεμιτό να περιγραφεί ως μια κινηματογραφική συμφωνία αντιθέσεων. Συνδυάζονται καλαισθησία με παρακμή, ευγένεια με κακία, χαρά με θλίψη, σοφία με ημιμάθεια, γνωρίσματα που σιγοντάρουν και ενίοτε ακυρώνουν κι εσκεμμένα το ένα το άλλο σε μια αέναη ροή.

Και μέσα σε μια χρονική διάρκεια μικρότερη των 100 λεπτών συμπυκνώνεται ένα ανθολόγιο βιωμάτων που περιέχει ουκ ολίγες αλήθειες για την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει, εξιστορημένων με τρόπο τέτοιο που δεν διατυμπανίζει εμφατικά, αλλά «τραβάει» στρατηγικά και με οδηγό την ώριμη συγκίνηση τον πρόθυμο να ακούσει.

Σκηνοθεσία: Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ
Σενάριο: Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ
Πρωταγωνιστούν: Μπριγκίτε Μίρα, Ελ Χεντί μπεν Σαλέμ, Μπάρμπαρα Βαλεντίν