Από τον Γιάννη Παναγόπουλο //

Βρετανία, τέλη δεκαετίας του ‘70. Το πρώτο κύμα του punk-rock πεθαίνει. Οι Gang Of Four του Andy Gill που έφυγε από τη ζωή χτες, 1 Φλεβάρη 2020 σε ηλικία 64 ετών, προσγειώνονται στη μουσική σκηνή ως προέκτασή του. Δεν είναι οι σκανδαλιάρηδες έφηβοι που μόλις παράτησαν το σχολείο. Ποζάρουν σαν πρωτοετείς φοιτητές σε σχολή ιστορίας της τέχνης. Στα κεφάλια τους δεν έχουν κοντά μαλλιά καρφιά αλλά κάτι σαν καραμελωμένες ξανθές φράντζες που ξεπερνούν το ύψος των ματιών. Δεν φορούν σκισμένα t-shirt αλλά πουκάμισα κουμπωμένα ως το λαιμό. Το 1979 κυκλοφορούν το άλμπουμ «Entertainment!». Η έναρξη μια νέας μυθολογίας. Punk και Funk συμβιώνουν σε τραγούδια με ξεκάθαρου πολιτικού περιεχομένου στίχους.

Στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει μουσικά στιλ. Αλλάζει μέλη. Γίνεται ιδέα. Red Hot Chili Peppers, R.E.M., Nirvana και ένα σωρό άλλοι την ονομάζουν επιρροή τους.

•Αυτή είναι μια συνέντευξη που κάναμε κάποτε με τον χαρισματικό Andy Gill παραμονές συναυλίας των Gang Of Four στην Ελλάδα.  Οι λέξεις του είναι γεμάτες λυρισμό, ευαισθησία, άποψη για τη ζωή

IMG_20160328_102507– Σήμερα θα είναι μια καλή μέρα;

– Δεν ξέρω. Φαντάζομαι πως ναι. Αλλά ξέρεις, είναι μια σειρά από πράγματα που μπορούν να κάνουν τις μέρες μας καλές ή το αντίθετο. Ας πούμε είναι εκείνες που μπορεί να ξυπνήσεις κεφάτος αλλά στην πορεία να ακούσεις πως έγινε κάτι στο Παρίσι ή το Βέλγιο και η διάθεσή σου να αλλάξει αμέσως.

-Δεν έχετε εκπαιδευτεί στο άκουσμα ειδήσεων που μιλούν για τρομοκρατία;

-Η βία μού προκαλεί απέχθεια. Κάθε τύπου βία. Για παράδειγμα, θεωρώ την καθόδο του Ντόναλντ Τραμπ στην πολιτική βίαιο περιστατικό.

-Τέλη δεκαετίας του ’70, αρχές δεκαετίας του ’80. Οι Gang Of Four πάντρεψαν τον χορευτικό ήχο με το βρετανικό punk. Ήταν ρίσκο αυτό;

-Όταν επιστρέφω σε εκείνη την εποχή σκέφτομαι το ταξίδι που είχαμε κάνει στη Νέα Υόρκη. Ένα βραδύ πήγαμε στο CBGB. Ένα μικροσκοπικό κλαμπ σε μια χαώδη πόλη. Δεν το πίστευα, νόμιζα πως ήταν ακόμα ένα Rock ‘n’ Roll καταγώγι που η φήμη προηγούνταν της ουσίας του. Άλλαξα άποψη αμέσως. Στην μπάρα τού μπαρ έπινε ποτά ο John Cale και δίπλα του ήταν μέλη των Television ή του γκρουπ της Πάττι Σμιθ. Εγώ ήμουν μόνο ένας τύπος που είχε μεγαλώσει στο Λιντς που ξαφνικά βρέθηκε να κάνει παρέα με την καλλιτεχνική αφρόκρεμα μιας πραγματικής μητρόπολης. Λίγο αργότερα, επιστρέφοντας από τις Η.Π.Α. στη Βρετανία, είχα μετακινήσει τους μουσικούς μου ορίζοντες. Δεν μου αρκούσε το στενό μουσικό περιβάλλον της χώρας. Θέλησα να βάλω περισσότερο ρυθμό στη μουσική των Gang Of Four. Και η ευθύνη γι’ αυτό ανήκει, σε μεγάλο ποσοστό, στις επίσκεψεις μου σ’ εκείνο το στενό, κλειστοφοβικό κλαμπ.

-Οι Gang Of Four κυκλοφόρησαν το άλμπουμ «Entertainment!» το 1979. Μπήκατε στα τσαρτ. Το περιοδικό Billboard το συμπεριέλαβε στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών. Το δεύτερό σας άλμπουμ «Solid Gold» ήταν μια συνέχεια επάξια του ντεμπούτο σας;

-Επιστρέφοντας σ’ εκείνη την εποχή θυμάμαι αυτό που έλεγε ο Andy Warhol στον Lou Reed: «Κάθε μέρα πρέπει να γράφεις ένα καινούριο τραγούδι».

-Το λέτε αυτό ως αυτοκριτική;

-Μα ναι. Δεν θα με έλεγες και τον γρηγορότερο συνθέτη του κόσμου. Θέλω πάντα τον χρόνο μου. Εκείνη την εποχή, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο άλμπουμ, ένα από τα πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν πάει διαφορετικά ήταν ο ρυθμός σύνθεσης των τραγουδιών μας. Μου άρεσε να ξοδεύω τον χρόνο μου δεξιά και αριστερά. Να πίνω σε μπαρ. Ή να αφήνω να ελέγχουν την καριέρα των Gang Of Four άλλοι άνθρωποι και όχι εμείς.