Προσοχή! Εύθραυστον! – Γιώτα Σερεμέτη

Εξομολογήσεις που μετατρέπονται σε αναμετρήσεις. Με τους εαυτούς, με τους άλλους. Εντός κι εκτός. Με την προσοχή που δίνουμε σε ένα πολύτιμο κρύσταλλο. Γιατί τι άλλο, είναι η ψυχή από ένα διάφανο κρύσταλλο. Κάποτε θολό. Κάποτε βρώμικο. Κάποτε λαμπερό. Πάντα όμως κρύσταλλο. Άνθρωποι της τέχνης σε δέκα ερωτήσεις-δέκα ιστορίες που μοιάζουν προσωπικές, μπορεί να αφοράν όμως όλους. Α, και μια ερώτηση για την ίδια την Τέχνη. Πως αλλιώς…

Γιώτα Σερεμέτη, σκηνοθέτις – ηθοποιός. Την περίοδο αυτή σκηνοθετεί και παίζει με την ομάδα Seven Sisters στην παράσταση Πάρανταϊζ – Η αίθουσα κλιματίζεται στο Θέατρο 104, σε κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου. (Πρεμιέρα 13 Ιανουαρίου)

Μια ιστορία που με συνοδεύει… Ήμουν 6 χρονών, στο Camping Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, κι ερωτεύτηκα τον Τάσο. Συνομήλικος, ξανθός, είχε μια αδερφή την Τζωρτζίνα, είχε σπάσει το χέρι της, μετρούσε τις μέρες αντίστροφα για να βγάλει τον γύψο, λαχταρούσε να βουτήξει στη θάλασσα μαζί μας· κι όταν επιτέλους τον έβγαλε, την άλλη μέρα ήρθε με γάζες στο κεφάλι, μας έπιασαν τα γέλια. Εξομολογηθήκαμε τον έρωτά μας, μέσω της Τζωρτζίνας, το τελευταίο τους απόγευμα στο camping. Ντρεπόμασταν να μιλήσουμε νωρίτερα.  Ήταν το πιο όμορφο απόγευμα του κόσμου. Ο Τάσος μου έκανε ξενάγηση στο τροχόσπιτο του κι εγώ μοιράστηκα την κρυφή μου ιεροτελεστία. Μάζεμα ξεχασμένων σαμπουάν από όλες τις ντουζιέρες του camping. Μείναμε μαζί μέχρι που νύχτωσε, μετά μας φώναξαν για φαγητό. Το επόμενο πρωί έφυγαν. Συνέχισα να κάνω διακοπές στο ίδιο μέρος. Για χρόνια περίμενα το παλιό ξεβαμμένο αμάξι του μπαμπά του να διασχίσει τον χωματόδρομο που περνούσε μπροστά από την παιδική χαρά. Δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Ένα πρόσωπο που με σημαδεύει… Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Τον ακούω από πολύ μικρή, τον έβαζε η γιαγιά μου στο αυτοκίνητο, είχα μάθει απ έξω όλα του τα τραγούδια. Γύρω στα 22-23 μου, θέλησα να ξανακούσω την μουσική του, ενήλικη πια, να τον γνωρίσω ξανά ως καλλιτέχνη – ε μετά τον γνώρισα και ως άνθρωπο. Ένα από τα πολλά πολύτιμα που κρατάω από αυτόν είναι αυτό· Κάπου εκεί στο 1978 νομίζω, είπε, τώρα θα γράψω τα δικά μου, ολόδικά μου τραγούδια, θα πω τις δικές μου ιστορίες, με το δικό μου ύφος, κι αν σας αρέσει. Ε και μας άρεσε. Και έχει πολύ μεγάλη αξία για μένα αυτό, το θάρρος του καλλιτέχνη να είναι αυθεντικός, να είναι απλός και ταυτόχρονα ουσιαστικός, να καταθέτει την προσωπική του αλήθεια και ταυτόχρονα να αφορά. Αυτό προσπαθώ να κάνω. 

Μια κατάσταση που με τσακίζει… Η μοναξιά των ηλικιωμένων ανθρώπων.

Ένα όνειρο που με «στοιχειώνει»…Ήμουν 17 χρονών όταν το είδα. Πριν 20 χρόνια δηλαδή. Είχε λέει γίνει έκρηξη σε έναν τόπο που έμοιαζε με την Παλαιστίνη. Ήταν πολλές μαζεμένες γυναίκες που φορούσαν χιτζάμπ και φώναζαν και έκλαιγαν, γιατί η έκρηξη είχε γίνει κοντά σε ένα σχολείο. Εγώ περπατούσα και παρατηρούσα από μακριά, μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησα και κοίταξα μία γυναίκα. Ήταν πλάτη. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει πως το παιδί της ήταν νεκρό. Και τότε γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Κάτι με διαπέρασε, σαν να με χτύπησε κεραυνός. Ξύπνησα και έκλαιγα και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Λες και μου μετέφερε μαζεμένο τον πόνο κάθε μάνας που έχασε το παιδί της, από την αρχή του κόσμου.

Θραύσματα που με ολοκληρώνουν…Ένα καλό φαγητό, μία νόστιμη μπύρα, ένα γερό κλάμα, το γλείψιμο του σκύλου μου, ένα αγαπημένο τραγούδι, ένας ύπνος στον καναπέ, ένα τρυφερό φιλί, μια ζεστή αγκαλιά, μια οικεία μυρωδιά.

Ένας ανεκπλήρωτος στόχος… Θέλω πολύ να κάνω τηλεόραση. Δεν το έχω προσπαθήσει ακόμα. Είναι μεγάλο στοίχημα για μένα. Το να το προσπαθήσω εννοώ. Είναι μέσα στους επόμενους στόχους μου.

Ένας εκπληρωμένος «έρωτας»… Το θέατρο, και συγκεκριμένα το να δημιουργήσω «το δικό μου» θέατρο, να μιλήσω την δική μου γλώσσα, με τους δικούς μου ανθρώπους και τους δικούς μου όρους. 

Τι δικό μου θα καταργούσα; Την ανυπομονησία μου. Έχω συνειδητοποιήσει πια πόσο σημαντικό είναι το να δίνουμε χρόνο. Στις καταστάσεις, στους ανθρώπους. Και ιδιαίτερα στον εαυτό μας. Πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μας. Τώρα προσπαθώ να το εφαρμόσω.

Τι «ξένο» θα υιοθετούσα; Την «ενσυνειδητότητα». Αυτό το δύσκολο πράγμα που βρίσκεσαι στην στιγμή, την βιώνεις και είσαι εκεί. Και δεν εννοώ μόνο τις σημαντικές στιγμές. Η ενσυνειδητότητα εξασκείται κατ’ αρχήν σε απλές καθημερινές στιγμές, όπως όταν πλένεις τα δόντια σου, όταν τρως, όταν περπατάς. Δυσκολεύομαι να είμαι παρούσα στην στιγμή. Συνήθως ταξιδεύω στο ανύπαρκτο μέλλον. Νομίζω βέβαια πως όταν σκηνοθετώ το καταφέρνω. Και όταν είμαι με ανθρώπους που αγαπώ. 

Εγώ κι Εγώ… εχθροί ή φίλοι; Φίλες κολλητές. Χρειάστηκε αρκετή ψυχοθεραπεία, αλλά νομίζω πως είμαι εκεί πια. Και συνεχίζω την ψυχοθεραπεία.

Στην τέχνη υπάρχει νέο και παλιό; Σίγουρα υπάρχει νέο και παλιό αφού ο χρόνος περνάει. Αλλά το αν η τέχνη είναι ζωντανή ή στείρα δεν έχει να κάνει με το πότε δημιουργήθηκε, αλλά με τον ίδιο τον δημιουργό και με το αν επικοινώνησε με τους ανθρώπους. Η τέχνη πρέπει πάντα να απευθύνεται.

Η Γιώτα Σερεμέτη γεννήθηκε το 1987 στην Πάτρα. Είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις και ιδρυτικό μέλος της ομάδας Seven Sisters. Εργάζεται στο χώρο του θεάτρου από το 2015. Είναι απόφοιτη του τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, ενώ σπούδασε με υποτροφία στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή Ίασμος – Βασίλης Διαμαντόπουλος. Συμμετείχε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Σωματικού – Δημιουργικού Θεάτρου του Κώστα Φιλίππογλου και το 2019 ολοκλήρωσε τις σπουδές της πάνω στο Physical-Creative Theatre, αποκτώντας διδακτική επάρκεια.  Ως δασκάλα θεάτρου, ειδικεύεται στην παιδαγωγική μέθοδο του Ζακ Λεκόκ (Jacques Lecoq), μια μέθοδο που έχει ως αφετηρία το σώμα του ηθοποιού και δίνει χώρο στην προσωπική κατάθεση και δημιουργία. Ως σκηνοθέτις, πιστεύει πολύ στη δύναμη της ομάδας και εστιάζει κατά κύριο λόγο στο συλλογικό αφηγηματικό θέατρο.  Σκηνοθετικές δουλειές της -αντιπροσωπευτικές της παραπάνω αισθητικής- το Mistero Buffo με την ομάδα Sussurus Theatre Group  σε κείμενα του Ντάριο Φο και του Θανάση Τριαρίδη, (Θέατρο Άβατον, 2023-2024), «Το Μαράκι έκλασε» με την ομάδα Seven Sisters σε κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου (Θεατρο Faust, 2020-2024) και η νέα δουλειά των Seven Sisters, με τίτλο «Πάρανταϊζ – Η αίθουσα κλιματίζεται» και πάλι σε κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου, που θα παίζεται στο Θέατρο 104 από 13 Ιανουαρίου.