
Ρεπορτάζ| Εθνικό Θέατρο εφ’ όλης της ύλης: καλλιτεχνική διεύθυνση, απολογισμός, μνηστήρες και μέλλον. Θα ανανεωθεί η θητεία του Γιάννη Μόσχου, όπως θεμιτά επιθυμεί διακαώς ο ίδιος; Θα προκηρυχθεί κάποιος διαγωνισμός στα πρότυπα του 2021; Θα γίνει απευθείας τοποθέτηση; Το Υπουργείο Πολιτισμού τηρεί (επίσημα) σιγή ιχθύος. Ανεπίσημα ωστόσο, το καζάνι βράζει. Έχουμε ρεπορτάζ (και μάλιστα αιχμηρό) για το τι συζητείται και κουβεντιάζεται στην Μπουμπουλίνας!
Μπαίνοντας στη νέα θεατρική περίοδο το Εθνικό Θέατρο μπαίνει και σε μια περίοδο αβεβαιότητας (με ευθύνη και πάλι του ΥΠΠΟΑ) μιας και η τριετία της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Γιάννη Μόσχου φτάνει στο τέλος της στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Θα ανανεωθεί η θητεία του Γιάννη Μόσχου, όπως θεμιτά επιθυμεί διακαώς ο ίδιος; Θα προκηρυχθεί κάποιος διαγωνισμός στα πρότυπα του 2021; Θα γίνει απευθείας τοποθέτηση; Το Υπουργείο Πολιτισμού τηρεί (επίσημα) σιγή ιχθύος. Ανεπίσημα ωστόσο, το καζάνι βράζει.
Έχουμε ρεπορτάζ (και μάλιστα αιχμηρό) για το τι συζητείται και κουβεντιάζεται στην Μπουμπουλίνας!
Αρχικά να πούμε πως το ενδεχόμενο ανανέωσης της θητείας του Γιάννη Μόσχου, φαίνεται μάλλον ως μια λύση που (προσωρινά τουλάχιστον) έχει αποκλειστεί, και που μάλλον θα προκριθεί ως έσχατη, εάν δεν βγαίνουν «τα κουκιά» στα νέα πρόσωπα που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη θέση. Επίσης, και το κρατάμε αυτό, όλα δείχνουν ότι έχει αποκλειστεί και το ενδεχόμενο της προκήρυξης διαγωνισμού για τη θέση, στα πρότυπα του 2021, μιας και το υπουργείο έχει κρίνει ότι τελικά δεν «απέφερε» τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Πηγές από το Υπουργείο, επικαλούνται πλέον τον υποκειμενικό παράγοντα της όποιας επιτροπής, όπου «προωθούνται» γνωστοί και ημέτεροι. Έτσι, θα γυρίσει στη γνωστή πρακτική του απευθείας διορισμού, όπως γίνονταν όλα τα χρόνια, υπενθυμίζοντας έτσι τη σκληρή αλήθεια ότι η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου είναι (ίσως πρωτίστως) πολιτική θέση.
Έντονα συζητούνται στους καλλιτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους και τα πρόσωπα που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να ηγηθούν τα επόμενα χρόνια την πορεία του Εθνικού Θεάτρου. Πληροφορίες λένε για τέσσερις «δυνατές» υποψηφιότητες, της Κατερίνας Ευαγγελάτου, της Μαριάννας Κάλμπαρη, του Λευτέρη Γιοβανίδη και του Νίκου Διαμαντή. Και πολλοί μιλάνε ότι ήδη η υποψηφιότητα της Μαριάννας Κάλμπαρη, έχει πάρει «κεφάλι». Ή μήπως όχι;
Ας τα πάρουμε λοιπόν, όλα από την αρχή, κάνοντας μια κριτική ανασκόπηση αρχικά στη θητεία του Γιάννη Μόσχου αυτά τα χρόνια, μέχρι να φτάσουμε στους νέους «μνηστήρες» του Εθνικού Θεάτρου…
Γιάννης Μόσχος – Η διαδικασία επιλογής
Ήταν 1η Οκτωβρίου του 2021, όταν το Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωνε με περηφάνια και ενθουσιασμό την τοποθέτηση του κ. Γιάννη Μόσχου στην καλλιτεχνική διεύθυνση της πρώτης κρατικής σκηνής της χώρας.
Περηφάνια και ενθουσιασμό, πιθανότατα όχι τόσο για την επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου, όσο για τη διαδικασία επιλογής του που για πρώτη φορά δεν έγινε με απευθείας τοποθέτηση, αλλά προέκυψε ύστερα από διαγωνισμό και επιλογή και σχετική εισήγηση από συγκεκριμένη επιτροπή που αξιολόγησε τους υποψηφίους, ως προς τα προσόντα, τις σπουδές τους, το έργο και την πορεία τους στα θεατρικά πράγματα της χώρας.
Βέβαια, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, και αυτή η διαδικασία κατ’ επίφαση μόνο υπήρξε μια «απόλυτα διαφανής, δημοκρατική και αξιοκρατική διαδικασία» (διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση του ΥΠΠΟΑ), μιας και έργο της επιτροπής ήταν να βάλει σε μια σειρά αξιολόγησης τους υποψηφίους, χωρίς να δεσμεύει το Υπουργείο για την επιλογή του πρώτου τη τάξει υποψηφίου. Την επιτροπή αποτελούσαν (έχει τη σημασία της η αναφορά) ο πανεπιστημιακός Νίκος Αλιβιζάτος (πρόεδρος), η σκηνοθέτις Μαριάννα Κάλμπαρη (καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν), η σκηνογράφος Εύα Μανιδάκη (οι εργασίες και οι συνεργασίες του αρχιτεκτονικού γραφείου της οποίας με το ΥΠΠΟΑ επεκτείνονται και σε άλλες εργολαβίες δημοσίων έργων με απευθείας αναθέσεις, όπως για παράδειγμα η αρχιτεκτονική μελέτη για το πωλητήριο στην είσοδο της Ακρόπολης – ΑΔΑ 6Ω5Λ4653Π4-ΖΧΛ, ή για την περισχοίνιση στην Ακρόπολη – ΑΔΑ 6ΩΛΧ4653Π4-6Β3 ή για τα πωλητήρια σε Δελφούς και Αρχαία Ολυμπία ΑΔΑ ΨΞΠΥ4653Π4-ΠΧΠ, ΑΔΑ ΨΓΒ64653Π4-Α2Ζ) και οι ηθοποιοί Ξένια Καλογεροπούλου και Ρένη Πιττακή.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2021, διαβάζουμε στο έγκριτο ρεπορτάζ της Όλγας Σελλά στην Athens Voice πως πρώτευσε η «συλλογική υποψηφιότητα των Ακύλλα Καραζήση, Νίκου Χατζόπουλου και Αργυρώς Χιώτη, για την οποία μένει να αποφανθεί το υπουργείο αν μπορεί να ισχύσει νομικά. Και ακολουθούν στην αξιολογική σειρά της Επιτροπής οι σκηνοθέτες Γιάννης Μόσχος, Θοδωρής Αμπαζής, Βίκτωρ Αρδίττης, Νίκος Διαμαντής». Κάτω από αυτήν τη διαδικασία η ηγεσία του ΥΠΠΟΑ, επέλεξε τον Γιάννη Μόσχο.
Γιάννης Μόσχος, ήρεμη δύναμη ή κραυγαλαία αδυναμία;
Η αλήθεια είναι ότι η ανακοίνωση του ονόματος του Γιάννη Μόσχου, γέννησε προσδοκίες για το Εθνικό Θέατρο, το οποίο μόλις έβγαινε από ένα ερεβώδες τούνελ στιγματισμού, λόγω της υπόθεσης Λιγνάδη, με τη δραματολόγο Έρι Κύργια να βρίσκεται προσωρινά στο τιμόνι του Εθνικού Θεάτρου.
Ο Γιάννης Μόσχος, πράγματι έμοιαζε η ιδανική επιλογή. Άνθρωπος μάλλον χαμηλών τόνων, πανεπιστημιακός , έξω από τη λογική λόγιου ελιτισμού του προκατόχου του, που τον συναντούσες συχνά στις θεατρικές αίθουσες να παρακολουθεί δουλειές συναδέλφων του, έχοντας δώσει αξιοσημείωτες θεατρικές στιγμές με σκηνοθεσίες του και με προϊστορία στη διοίκηση θεάτρου αφού είχε διατελέσει καλλιτεχνικός διευθυντής και διευθυντής παραγωγής του ιστορικού Αμόρε. Αλλά, τελικά, άλλο πράγμα το μικρό ιδιωτικό θέατρο και άλλο ο ογκώδης δημόσιος οργανισμός του Εθνικού…
Γιατί, και είναι η πικρή αλήθεια αυτή, τα τελευταία τρία χρόνια το Εθνικό Θέατρο απασχόλησε τις κοινές συζητήσεις μας για οποιαδήποτε άλλο λόγο πλην των παραστάσεων του (ως όφειλε…)
Με την ανάληψη των καθηκόντων του ο Γιάννης Μόσχος επιχείρησε να αλλάξει σελίδα στο Εθνικό, τουλάχιστον όπως αντιλαμβάνεται ο ίδιος αυτήν την αλλαγή. Κατάφερε και ταύτισε το Εθνικό θέατρο με τα ζητήματα του έμφυλου και της ταυτότητας, πράγμα που έγινε εμφανές τόσο σημειολογικά στα γραφικά και τα κείμενα προώθησης των παραστάσεων, όσο και ουσιαστικά με την επιλογή του ρεπερτορίου και τη βαρύτητα που έδωσε με τη διοργάνωση σχετικών συζητήσεων και εκδηλώσεων που διοργανωτής υπήρξε το Εθνικό.
Κατήργησε τις συνεντεύξεις τύπου, αντικαθιστώντας τες με πάρτι, και αντί να απαντά σε καίριες ερωτήσεις των δημοσιογράφων σχετικά με τη λειτουργία του Εθνικού, χόρευε βαλς σε ένα μήνυμα απελευθέρωσης, χαλαρότητας και σπάσιματος κάθε κομπλεξισμού. Κακό αυτό; Το αντίθετο! Αλλά, άλλο πράγμα η διασκέδαση, το ξεφάντωμα και η χαλαρότητα και άλλο η «έντεχνη» απομάκρυνση του ενδεχόμενου να δεχτεί κάποιος ερωτήσεις και να απαντήσει. Και ένα πάρτι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποκαθιστά την έγκριτη ενημέρωση και την ανοιχτή δημόσια συζήτηση με τους δημοσιογράφους.
Και, από την άλλη, ιδεολογικά, κάπου εδώ τελείωνε και η ενασχόληση του κρατικού μας θεάτρου με την κοινωνία, η οποία τελικά υπήρξε μονόπλευρη και μονομανής, και που τελικά αδικούσε κατάφωρα τις αναμφισβήτητα θετικές προθέσεις. Μιας και μια σειρά από άλλα κορυφαία θέματα της ελληνικής κοινωνίας (ταξικότητα, κοινωνικές ανισότητες, φτώχεια, πόλεμοι, μετανάστευση, ζωή στην πόλη κλπ) έμειναν επιδεικτικά έξω από την πόρτα του Εθνικού, σε μια απολίτικη ατμόσφαιρα που ξεκινούσε από παρυφές light αντικομμουνισμού (2024 έχουμε πια!) και εξαντλούταν στην πλήρη υπεράσπιση και προώθηση του καταναλωτικού lifestyle δικαιωματισμού. Τρανταχτό παράδειγμα είναι ότι δεν υπήρξε ούτε μια παράσταση από το Εθνικό Θέατρο για τα 50χρονα της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Και δε χρειάζεται κανείς περαιτέρω σχολιασμός…
Το άνευρο ρεπερτόριο
Δυστυχώς, και το αποτύπωμα του Γιάννη Μόσχου στο ρεπερτόριο, σε αυτά τα δυόμιση χρόνια (είχε βγάλει σχεδόν όλο τον προγραμματισμό του χειμώνα του 21-22 η Έρι Κύργια), κρίνεται συνολικά μάλλον διεκπεραιωτικό και χωρίς καμία ουσιαστική τομή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Δύο χρονιές καταρτήθηκε ένα ρεπερτόριο άχρωμο και άοσμο, αναχρονιστικό, πεπερασμένο και βαθιά συντηρητικό στην ουσία του. Δεν μπορεί για παράδειγμα, εν έτει 2024 το Εθνικό Θέατρο να προτείνει την «Προξενήτρα», τη γνωστή μας Ντόλυ (μέχρι και ο σκηνοθέτης της Θωμάς Μοσχόπουλος, αυτοτρολαρίστηκε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή του έργου) ή τον ξεχασμένο «Ιμπρεσάριο από τη Σμύρνη» του Γκολντόνι, ή την επιδερμική κωμωδία καταστάσεων των αρχών του 19ου αιώνα «Σπασμένη στάμνα», και από κοντά ως προτεραιότητα (είναι το πρώτο έργο που εισηγήθηκε την Άνοιξη του 2021) τον «Αυτόχειρα», μια σάτιρα των πρώτων χρόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης, που σήμερα «εύκολα» και ανιστόρητα ξεπέφτει σε κοινή συκοφάντηση του τότε οικοδομούμενου σοσιαλισμού.
Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι το Εθνικό Θέατρο αυτά τα χρόνια αποποιήθηκε, έναν από τους βασικούς σκοπούς της λειτουργίας του, όπως αποτυπώνεται στο καταστατικό λειτουργίας του, δηλαδή την υπεράσπιση, διαφύλαξη και προώθηση της ελληνικής δραματουργίας και του ελληνικού έργου. Ούτε ένα, επαναλαμβάνω, ούτε ένα έργο από τα χιλιάδες της ελληνικής δραματουργίας δεν βρήκε το δρόμο για μια από τις σκηνές του Εθνικού Θεάτρου. Αντίθετα, μας προτάθηκαν κάτι (δύο μόνο, χωρίς να λογαριάζουμε τα αποσπασματικά και ανεκδοτολογικά «Μια νύχτα στην Επίδαυρο» και «Ευαγγελισμός, το μιουζικαλ») ψελίσματα συγγραφής ως πρότυπες ελληνικές δραματουργίες σε παραστάσεις που δεν αξίζουν ούτε σχολιασμό: Μια τραγικά ανεδαφική μπουρδολογία (Generation Lost) και μια αδιανόητη για το Εθνικό Θέατρο, μπουλουκτσίδικης υφής, γραφής, σκηνοθεσίας και υποκριτικής παράσταση (Ο άλλος).
Είναι γεγονός πως η «μπάλα» άρχισε να χάνεται ολοκληρωτικά, μετά το κραυγαλέο φιάσκο των Κιτσοπούλειων «Σφηκών» στην Επίδαυρο, όπου για πρώτη φορά στα χρονικά το Εθνικό Θέατρο, χάνοντας την αξιοπιστία και τη σοβαρότητά του, προέβη σε εξαπάτηση του κοινού διαφημίζοντας τους/τις «Σφήκες» του Αριστοφάνη και παρουσιάζοντας εντέλει ένα κακής δελφιναριακής επιθεωρησιακής υφής και αισθητικής έργο που δεν είχε καμία σχέση με την Αριστοφανική κωμωδία, αλλά και με την επιμονή του σε αναθέσεις σε ημετέρους και φίλους συνδαιτημόνες, φτάνοντας στο σημείο να αναθέτει τρεις παραγωγές στην ίδια ομάδα (ανα εξάμηνο η κάθε μία). Μάλιστα, ανερυθρίαστα στη μία, το Εθνικό Θέατρο μας σύστησε ως σκηνοθέτη τον μόνιμο συνεργάτη και στενό φίλο του Νίκου Καραθάνου, μουσικοσυνθέτη Άγγελο Τριανταφύλλου (αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!), δίνοντας του μάλιστα τη μεγάλη σκηνή του REX Μαρίκα Κοτοπούλη (την ίδια στιγμή που καταξιωμένοι σκηνοθέτες με πολλά soldout στο ελεύθερο θέατρο δεν μπορούν ούτε απ’ έξω να περάσουν από το Εθνικό).
Οι καλές στιγμές και οι παραφωνίες
Η κατά Τερζόπουλου «Ορέστεια» φέτος, που σήμανε τη συνεργασία του παγκοσμίου βεληνεκούς Έλληνα σκηνοθέτη για πρώτη φορά με το Εθνικό, αναμφισβήτητα προσμετράται στις επιτυχίες του και έρχεται να ισοσταθμίσει την περσινή ατυχή επιλογή του, που ο Γιάννης Μόσχος με εμμονή σχεδόν υπεραμύνθηκε. Πραγματικά, το Εθνικό Θέατρο και ο Θεόδωρος Τερζόπουλος μας χάρισαν μια ιστορική παράσταση.
Έχοντας διαχειριστεί με σύνεση και λογική, είναι η αλήθεια, την κρίση των καταλήψεων των σκηνών του Εθνικού από τους σπουδαστές των δραματικών σχολών με αφορμή την υποβίβαση των πτυχίων τους, αναγκαζόμενος πολλές φορές να χωρέσει δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη, σε δύσκολες πραγματικά συγκυρίες και επανασυστήνοντας την κατηργημένη από Λιγνάδη, Πειραματική Σκηνή, εμπιστευόμενος μάλιστα την κατάρτιση του προγράμματος της σε νέους δημιουργούς (ανεξαρτήτως του καλλιτεχνικού αποτελέσματος), δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι είχε μερικές σημαντικές φωτεινές στιγμές στο τιμόνι του Εθνικού Θεάτρου.
Από την άλλη όμως, επέδειξε ανεξήγητα μια ανασφαλή συμπεριφορά στη διαχείριση της δημοσιογραφικής κριτικής απέναντι στο έργο του, συμπεριφορά που ανακαλεί παλαιότερες σκοτεινές εποχές. Για παράδειγμα, η στάση του απέναντι στην κριτική που δέχτηκε από την κριτικό θεάτρου κ. Ματίνα Καλτάκη, όταν σε κείμενό της επεσήμανε ότι τα ίδια πρόσωπα αναλαμβάνουν εργολαβίες στο Εθνικό επαναληπτικά και σε μόνιμη βάση (φέρνοντας παράδειγμα τη σκηνογράφο κ. Εύα Μανιδάκη, η οποία υπήρξε και μέλος της επιτροπής που εισηγήθηκε για την τοποθέτησή του στο τιμόνι του Εθνικού), και επισημαίνοντας ότι σε ένα Εθνικό Θέατρο πρέπει να έχουν ανοιχτή πρόσβαση όλοι, όλοι να έχουν τις ευκαιρίες τους, και οι συντελεστές των παραστάσεων να εναλλάσσονται. Τότε είχε αποστείλει οργισμένη επιστολή στον αρχισυντάκτη του μέσου ενημέρωσης της κριτικού, επιστολή που συζητείται ότι τελικά επέφερε την μετά από λίγους μήνες απόλυσή της. Ανάλογα και ο σκηνοθέτης Αντώνης Morgan Κωνσταντουδάκης, είχε καταγγείλει ότι είχε δεχτεί εξώδικη πρόσκληση από το Εθνικό Θέατρο, επειδή εξέφρασε δημόσια τις αμφιβολίες του για το αδιάβλητο και την αξιοκρατία των εισαγωγικών εξετάσεων της Δραματικής Σχολής. Ή ακόμα, και η μάλλον μικρόψυχη δυσμενής μεταχείριση δημοσιογράφων που με ευθυκρισία και ειλικρίνεια στέκονται κριτικά και αποτυπώνουν στο χαρτί όσα λέγονται ψιθυριστά (αποκλεισμός από δημοσιογραφικές βραδιές, τοποθέτηση στα «ψηλά» της Επιδαύρου και λοιπές αστείες «τιμωρίες»).
Ερωτηματικά (αναπάντητα) δημιούργησε και η ξαφνική και εν μέσω της τρέχουσας θεατρικής περιόδου απόλυση της Σοφίας Βγενοπούλου, υπεύθυνης για το Μικρό Εθνικό (την παιδική και εφηβική σκηνή) και η αντικατάστασή της από τη Μαρία Μαγκανάρη, όπως άλλωστε και το μέγα σκάνδαλο που φέραμε στο φως με την παράσταση του Βασίλη Βηλαρά «Καταποντισμός» (όλο το σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ) να πραγματοποιείται στην Πειραματική Σκηνή Νέων Δημιουργών, εξόδοις Εθνικού Θεάτρου την ίδια ώρα που ήδη είχε χρηματοδοτηθεί από το ΥΠΠΟΑ στο πλαίσιο των ετήσιων κρατικών επιχορηγήσεων. Και εκεί, όσο και αν ο καλλιτεχνικός διευθυντής, τυπικά απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη, το ερώτημα (παρόλο που το απευθύναμε) παραμένει αναπάντητο για το αν ο εν λόγω σκηνοθέτης είχε υπογράψει ή όχι υπεύθυνη δήλωση προς το Εθνικό Θέατρο κατά την οποία δήλωνε ότι η παράσταση δεν χρηματοδοτείται από άλλο φορέα, πρακτική που είχε εισηγηθεί κατά τη θητεία του ο Δημήτρης Λιγνάδης.
Το ρεπορτάζ, δυστυχώς, μιλάει για αντιδεοντολογικές και αντισυναδελφικές παρεμβάσεις του κ. Γιάννη Μόσχου και συνεργατών του στο σκηνοθετικό έργο συντελεστών των παραστάσεων και δύσκολων διαύλων επικοινωνίας με τους εργαζομένους στο Εθνικό Θέατρο, όπου μάλλον οι εργασιακές συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Χαρακτηριστικά συζητιέται η αποστροφή του σε σκηνοθέτη (και ηθοποιό) που συνεργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο ότι όσο είναι ο ίδιος στο τιμόνι του Εθνικού, δε θα ξαναδεί δουλειά! Και εκείνο που πραγματικά συζητήθηκε στους δημοσιογραφικούς κύκλους είναι η ηχηρή απουσία της ηγεσίας του Εθνικού Θεάτρου από την τελετή απονομής των θεατρικών βραβείων της θεσμικής Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών, την ίδια στιγμή που φωτογραφίζονταν στην τελετή απονομής αντίστοιχων βραβείων του ιδιωτικού εκδοτικού ομίλου του Αθηνοράματος (πιθανότατα λόγω της πελατειακής σχέσης του ομίλου με το θέατρο).
Και βεβαίως, η πληγή του Εθνικού που παραμένει, η ονοματοδοσία της αίθουσας του ισογείου του REX σε αίθουσα Ελένη Παπαδάκη, της κυρίας που μπαινόβγαινε στα ναζιστικά σαλόνια, επιδεικνύοντας τα δώρα που δεχόταν από τους ναζί κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, την ίδια ώρα που ο ελληνικός λαός πέθαινε στους δρόμους . Και είναι η ίδια αίθουσα, που η Ολυμπία Παπαδούκα έκρυβε τον πολύγραφο του ΕΑΜ και τύπωνε τις προκηρύξεις ενάντια στον ναζισμό. Ονοματοδοσία που επιτεύχθηκε με θράσος από τη διοίκηση Λιγνάδη, και που σε σχετική ερώτησή μας ο κ. Μόσχος απάντησε πως «δεν ασχολούμαι με ονοματοδοσίες!»
Έλλειψη τόλμης; Κακή επιλογή συνεργατών; Λανθασμένο κριτήριο; Ανασφάλεια; Επίδραση της «εξουσίας»; Μια ροπή στη δύναμη της εικόνας, μακριά από την ουσία; Όλα μαζί; Όπως και να έχει ο Γιάννης Μόσχος έκανε δυστυχώς, ό,τι μπορούσε για να ακυρώσει την επιλογή του, να διαψεύσει όλων μας τις προσδοκίες, αυτουπονομεύοντας θαρρείς τις γνώσεις του, την εμπειρία του, τη δημιουργικότητά του. Μια σειρά από λανθασμένες κινήσεις και επιλογές, δείχνουν τελικά να του κοστίζουν την πανταχόθεν αμφισβήτηση, παρόλο –το τονίζω αυτό, τις καλές προθέσεις και τα ελπιδοφόρα μηνύματα που δημιούργησε η ανακοίνωση της επιλογής του στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Και είναι όλα αυτά, που δείχνουν ότι η ανανέωση της θητείας του, μάλλον αποτελεί όνειρο. Και είναι, με κάθε ειλικρίνεια το λέω, πραγματικά κρίμα.
Μετά τον Γιάννη Μόσχο τι;
Όπως αναφέραμε στην αρχή του ρεπορτάζ, πολύ έντονα συζητείται η επόμενη μέρα στο Εθνικό Θέατρο. Και η αλήθεια είναι ότι τα ονόματα που έχουν πέσει στο τραπέζι, μοιάζουν περισσότερο με ευσεβείς πόθους, παρά με ασφαλείς και ελπιδοφόρες λύσεις.
Κατερίνα Ευαγγελάτου
Είναι η πλέον δυνατή και η πιο ασφαλής λύση. Γι’ αυτό και συζητείται τόσο έντονα, ίσως και ερήμην της. Με έναν δυναμικό χαρακτήρα, με εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες, με όνειρα, φιλοδοξίες, και (αξίζει να το αναφέρουμε) με σκηνοθετικές ικανότητες, με γνώση, κατάρτιση και δημιουργικότητα, κάποια στιγμή είναι σίγουρο πως θα καθίσει στο γραφείο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου. Φρονώ πως δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα. Επειδή, δε θα ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της να εγκαταλείψει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τον τελευταίο χρόνο της δεύτερης θητείας της. Η σοβαρότητα και η συνέπεια της δε θα το επέτρεπαν. Πιστεύω, ότι θα ολοκληρώσει τη θητεία της το 2025, πριν παραδώσει τη σκυτάλη του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στον Μιχαήλ Μαρμαρινό, που είναι σίγουρο πως ήδη έχει πάρει τη θέση του στο τερέν της παράδοσης-παραλαβής.
Νίκος Διαμαντής – Λευτέρης Γιοβανίδης
Γράφω μαζί για τους δύο σκηνοθέτες γιατί τα τελευταία χρόνια έχουν παράλληλες πορείες, στόχους και θέσεις. Ο Νίκος Διαμαντής υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο οποίος υποχρεώθηκε σε παραίτηση, για να αναλάβει άτυπα ο Λευτέρης Γιοβανίδης, ο οποίος αντικαταστάθηκε εκ νέου από τον Νίκο Διαμαντή μετά από διαγωνισμό και για ένα μόνο χρόνο. Όλο το παρασκήνιο, για μια κατάσταση που μόνο στην Ελλάδα μπορεί να συμβεί, μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.
Οι φήμες λένε πως η υποψηφιότητα του Λευτέρη Γιοβανίδη (ο οποίος αποχώρησε από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, αφήνοντας πίσω του πολλά διοικητικά κενά και ζητήματα) είναι η αιτία που το ΥΠΠΟΑ κατέληξε στην απόφαση να μην προκηρύξει διαγωνισμό μιας και σε αυτήν την περίπτωση δε θα μπορούσε να είναι υποψήφιος, επειδή το πτυχίο του δεν αναγνωρίζεται από τις Ελληνικές Αρχές. Αλλά μάλλον είναι απλά φήμες.
Από την άλλη ο Νίκος Διαμαντής, ιδιοκτήτης του Θεάτρου Σημείο και παραγωγός ο ίδιος, φαίνεται ότι επιθυμεί διακαώς την καλλιτεχνική διεύθυνση σε δημόσιο φορέα, μιας και δεν εξηγείται αλλιώς η διεκδίκηση και ανάληψη τελικά του ΔΘΠ για ένα μόνο χρόνο για να υλοποιήσει απλά τον προγραμματισμό που είχε εξαγγείλει ο προκάτοχός του! Η ενδεχόμενη τοποθέτηση του στο Εθνικό Θέατρο, θα μπορούσε να επιφέρει την επιστροφή του Λευτέρη Γιοβανίδη στο ΔΘΠ; Γιατί όχι; Είπαμε, εδώ είναι Ελλάδα και συμβαίνουν μοναδικά πράγματα.
Μαριάννα Κάλμπαρη
Από το Σεπτέμβριο του 2014 βρίσκεται στο τιμόνι του πιο ιστορικού ελεύθερου θεάτρου της χώρας, του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, και φέτος μετά την κάθοδό της στην Επίδαυρο με τη συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης και του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, κυκλοφορεί η είδηση πως διεκδικεί δυναμικά την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού.
Σημειώνεται πως και από την πολιτεία, το θέατρο Τέχνης λόγω της ιστορικότητάς του απολαμβάνει και δίκαια ξεχωριστής αντιμετώπισης. Τον Μάιο του 2023 το ΥΠΠΟΑ παραχώρησε στο Θέατρο Τέχνης οίκημα ιδιοκτησίας του στην Πλάκα για τη στέγαση του μουσείου Καρόλου Κουν και επιχορήγηση 96.000 ευρώ για τη δημιουργία του, έργο που ήδη έχει υποστεί μεγάλες καθυστερήσεις στην επίτευξή του, και ίσως αυτό τελικά λειτουργήσει αρνητικά στην απόφαση για την τοποθέτησή της στο Εθνικό Θέατρο. Εδώ βέβαια, αξίζει να αναφερθούμε και στην διαπιστωμένη ολιγωρία του Υπουργείου Πολιτισμού να υλοποιήσει και τη δική του υπόσχεση για την αντικατάσταση της κλεμμένης προτομής του Καρόλου Κουν από το Υπόγειο της Πεσμαζόγλου 5.
Γενικά, το ερώτημα που τίθεται καίριο, στην περίπτωση της Μαριάννας Κάλμπαρη, οι σχέσεις της οποίας με την υπουργό κ, Μενδώνη φέρονται ότι είναι αγαστές, είναι αν τελικά η θητεία της κρίνεται εποικοδομητική και με θετικό πρόσημο στο Θέατρο Τέχνης. Γιατί παρακολουθώντας την πορεία του όλα αυτά τα χρόνια, και ας ακούγεται λίγο σκληρό, περισσότερα οφέλη φαίνεται ότι αποκόμισε η ίδια από τη βαρύτητα του τίτλου και της ιστορίας του θεάτρου, παρά το ίδιο το θέατρο από τη διοίκησή της.
Δυστυχώς το ιστορικό θέατρο του μεγάλου θεατρανθρώπου, έχει εκπέσει σε μια λογική super-market, με μειωμένες χρόνο με το χρόνο τις ολόδικές του παραγωγές και με την παραχώρηση/εκμίσθωση των δύο θεατρικών αιθουσών του σε ιδιώτες παραγωγούς, που ξεφεύγουν από το θεατρικό στίγμα του Καρόλου Κουν. Ακόμα και στην τρέχουσα παραγωγή «Ικέτιδες», είναι καίριο το ερώτημα αν το Θέατρο Τέχνης συμμετέχει απλά ως brand name και μόνο, και αν θα έχει τελικά και αυτό κάποιο οικονομικό όφελος (πέρα από τις απολαβές της σκηνοθέτιδας) από το όλο εγχείρημα. Ερώτημα που ίσως δεν απαντηθεί ποτέ…
Και η αλήθεια είναι ότι εντοπίζονται στη Μαριάννα Κάλμπαρη σημάδια συγκεντρωτισμού (είναι η ίδια και διευθύντρια της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης) και οικογενειοκρατίας (αφού σχεδόν μόνιμα συνεργάζεται στη σκηνογραφία και στα κοστούμια των παραγωγών του Θεάτρου Τέχνης με την αδερφή της, ζωγράφο και φωτογράφο, Χριστίνα Κάλμπαρη). Όπως επίσης είναι και ένα ερώτημα η εκτέλεση παραγωγής σε μια παράσταση (Οι Παστρικές) που επιχορηγήθηκε από το πρόγραμμα «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» το 2022 με 60.000 ευρώ, παραγωγή που κατά δική μας εκτίμηση (μιας και το νομικό πλαίσιο του προγράμματος επιτρέπει τη μη δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων) δεν αντανακλά το ύψος της επιχορήγησης μιας και είδαμε επί σκηνής απλά 3 ηθοποιούς, 3 μουσικούς, 3 πλαστικούς κουβάδες και 3 πλαστικές λεκάνες!
Πάντως, και στην περίπτωση που τελικά όντως η Μαριάννα Κάλμπαρη θα είναι η νέα καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, ένας καινούριος περιπετειώδης (και κομβικός για την ίδια την ύπαρξη του θεάτρου) κύκλος θα ξεκινήσει και στο Θέατρο Τέχνης με τη διάδοχη κατάσταση: Θα επιλεγεί κάποιος από τους ιστορικούς Εταίρους του να βρεθεί στο τιμόνι του (Κωστής Καπελώνης, Θόδωρος Γράμψας, Διονύσης Καψάλης, Νίκος Μαστοράκης, Μάνια Παπαδημητρίου, Λουκάς Καρυτινός, Νίκος Χατζόπουλος κλπ.), κάποιο «παιδί» από τα σπλάχνα του (Ρένη Πιττακή, Περικλής Μουστάκης κλπ) ή θα παραδοθεί αμαχητί σε θεατρικούς παραγωγούς της θεατρικής αγοράς;

















