Ο συνδυασμός Μουσειακών θεσμών, Mόδας, Γκλάμουρ και πλούτου δεν είναι, ασφαλώς, κάτι καινούργιο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι το MET GALA φέτος το τερμάτισε.

Του Θανάση Μουτσόπουλου*

«Αν το καλοσκεφτείς, τα Πολυκαταστήματα είναι σαν Μουσεία.»
Andy Warhol

«Όταν το φως φεγγίζει στο πρόσωπό σου κάποιες φορές, όλοι σε προσέχουν, τα πάντα είναι για σένα, η ζωή είναι για σένα.»
Al Pacino

Κακό timing; H φετινή πασαρέλα πλούσιων και διάσημων στην ετήσια εκδήλωση του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης φαίνεται να ξεπέρασε κάθε προηγούμενη σε εκκεντρισμό και χλιδή.

Η Lana Del Rey, η Kim Kardashian (κατάφερε να στενέψει τη μέση της με κορσέδες έως τους δέκα πόντους) και, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη παρουσία, η Lady Gaga με ένα τεράστιο φόρεμα-γλυπτό που μοιάζει, παράδοξα, να παραπέμπει σε ένα άλλο αρχετυπικό κτίριο μουσείου της ίδιας πόλης, τη λευκή σπείρα του Guggenheim, έργο του Frank Lloyd Wright. Στο ξεκίνημα τα media ακολούθησαν τη διατεταγμένη υπηρεσία τους, το προβάλλανε ως τη «μεγάλη λαμπρή στιγμή του Πολιτισμού με Καλό Σκοπό.» Δεν πέρασαν μερικά λεπτά όμως και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αηδιασμένα παραθέτανε συσχετισμούς με τη Φρίκη της Γάζας και την πρόκληση για τις κοινωνικές ανισότητες στον πλανήτη σήμερα.

Οι Η.Π.Α., η Νέα Υόρκη ιδιαίτερα, του 2024, είναι σαφές πλέον ότι δεν είναι ίδια με τη Νέα Υόρκη του 2023 ή, πολύ περισσότερο, των προηγουμένων ετών. Μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, μάλλον απρόσμενα για τους περισσότερους αναλυτές, αντιδράσανε σε αυτό που συμβαίνει. Το timing, είναι σαφές, ήταν κακό.

Βέβαια, αν αυτό που συνέβη ήταν μια κομβική ρήξη μεταξύ μιας ελίτ πλουσίων και ισχυρών που συσπειρώνονται γύρω από τους, μάλλον παρωχημένους, θεσμούς των Μουσείων και του Πολιτισμού και των μεγάλων μαζών του πληθυσμού, δεν ήταν απλώς μια ρήξη για το θέμα της Γάζας. Ίσως ήταν ιστορικής σημασίας ότι αυτή η κομβική ρήξη μεταξύ αυτής της προνομιούχας μειοψηφίας και της υπόλοιπης κοινωνίας συνέβη μέσα σε ένα Μουσείο, και μάλιστα ένα από τα (4-5) πιο σημαντικά του Πλανήτη.

Μέχρι πρόσφατα τα μουσεία έχαιραν μεγάλου σεβασμού από ολόκληρη ίσως τη γκάμα του πολιτικού φάσματος. Ελάχιστοι, παρά τα αρχετυπικά Μανιφέστα του Μοντερνισμού όπως αυτό του Φουτουρισμού ή εκείνο του Dada που καλούσαν την κατεδάφισή τους, μιλούσαν αρνητικά για τα μουσεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα πήγαιναν καλά.

Ο αρχιτέκτονας Louis Kahn κάποτε παραπονέθηκε ότι τα πιο πολλά μουσεία είναι τόσο κουραστικά ώστε το πρώτο πράγμα που θέλεις να κάνεις μόλις μπεις είναι να πιεις έναν καφέ. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ακριβώς με αυτό, αν σκεφτούμε τα σημαντικά μουσεία της χώρας του ή της Ευρώπης, όμως μοιάζει να είχε στο μυαλό του τα μουσεία της δικής μας χώρας.

Στη χώρα μας η ίδια η έννοια του Μουσείου είναι προβληματική. Έτσι στα Κρατικά Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης έχουν ενταχθεί στις μόνιμες συλλογές και στα μόνιμα εκθέματα έργα νεότατων καλλιτεχνών, που δεν χρειάζεται κανείς να είναι «ειδικός» προς τα της σύγχρονης τέχνης για να καταλάβει ότι δεν έχουν καμιά προοπτική ιστορικής καταξίωσης, παρά είναι προσωπικές πολιτικές επιλογές των εκάστοτε κομματικών διευθυντών τους. Το μεγάλο ιδιωτικό μουσείο σύγχρονης τέχνης παραχωρεί τις αίθουσές του, με υψηλό ενοίκιο, σε εύπορους σύγχρονους καλλιτέχνες ή εκατομμυριούχους συλλέκτες. Άρα ποια είναι ακριβώς η έννοια του μουσείου σήμερα; Είναι πλέον ταυτόσημη απλώς με αυτή του «μεγάλου εκθεσιακού χώρου»; Ή με τα πολυτελή γκαλά του γκλάμουρ και της ολιγαρχίας;

Το άλλο θεμελιακό πρόβλημα μοιάζει να είναι το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχει το καλλιτεχνικό έργο ή μια εκκεντρική εμφάνιση σε πασαρέλα. Ο ίδιος ο θεσμός του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης μοιάζει με οξύμωρο σχήμα αφού τα μουσεία, από την ίδρυσή τους, προορίζονταν να συγκεντρώνουν το παρελθόν και όχι το παρόν.

«Τα πράγματα σήμερα δεν είναι όπως παλιά», γράφει ο Boris Groys, «όταν η τέχνη παραγόταν εξωθεσμικά και μόνον εκ των υστέρων γινόταν αντικείμενο των συλλογών και των εκθέσεων, αντικείμενο, δηλαδή, επανέκθεσης. Σήμερα η τέχνη αποκτά για πρώτη φορά υπόσταση στους ίδιους τους χώρους τέχνης. Ακριβώς γι’ αυτό είναι σύγχρονη τέχνη –επειδή είναι άμεσα παρούσα, επειδή εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια μας, επειδή η γένεση και η παρουσίασή της λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή. Γι’ αυτόν τον λόγο, η σύγχρονη τέχνη υπονομεύει τη συνηθισμένη χρονική ακολουθία: πρώτα παράγει ο καλλιτέχνης ένα έργο τέχνης, έπειτα ο συλλέκτης επιλέγει από το σωρό των έργων που έχουν ήδη παραχθεί και, τέλος, τα επιλεγμένα έργα παρουσιάζονται στον θεατή. Ο δημιουργός σύγχρονης τέχνης, αντίθετα, παράγει, επιλέγει και παρουσιάζει ταυτόχρονα –και μάλιστα εξαρχής, σ’ έναν διάλογο με τους επιμελητές και το κοινό». Η ίδια η έννοια του μουσείου σύγχρονης τέχνης, έχει συχνά παρατηρηθεί, μοιάζει με οξύμωρο σχήμα. Το μουσείο δημιουργήθηκε για να στεγάσει το παρελθόν και όχι το παρόν.

Στα γραπτά του Heidegger ενυπάρχει η επισήμανση αυτής της τεράστιας αμηχανίας που θα γενικευτεί για το πλατύ κοινό μετά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα: οι επισκέπτες των μουσείων σύγχρονης τέχνης συνήθως περιδιαβαίνουν τις αίθουσες μουρμουρίζοντας, προβληματισμένοι για το αν αυτό που βλέπουν είναι τέχνη. Και συνήθως η αισθητική εμπειρία τους σ’ αυτά σταματά εκεί.

Κάποιοι, όπως ο Jean Clair, υποστηρίζουν ότι ο συνεχής πολλαπλασιασμός των μουσείων είναι ευθέως ανάλογος μ’ αυτή τη γενικευμένη αμηχανία γύρω από την τέχνη. Και ο Χρήστος Ιωακειμίδης, ένας πετυχημένος επιμελητής εκθέσεων στο εξωτερικό παρατηρεί: «Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε μια υπερφόρτωση και μια υπερπαραγωγή της σύγχρονης τέχνης αλλά και μια υπερπροσφορά ποικίλης ποιότητας θεωρημάτων και ιδεολογημάτων. Είναι φανερό ότι διανύουμε μια φάση στην ιστορία της τέχνης χωρίς αναγνωρίσιμες αντιπαραθέσεις και ομαδοποιήσεις.» Η κατάρρευση των διαχωριστικών γραμμών τόσο στην τέχνη, αλλά και στην πολιτική και σε άλλους τομείς των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, μοιάζει να είναι το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής μας.

Πέρα από τα θεμελιακά προβλήματα των μουσείων σήμερα, υπάρχει, ωστόσο, κάτι διαφορετικό στο φετινό MET Gala. Η ανοιξιάτικη έκθεση του Costume Institute, «Sleeping Beauties: Reawakening Fashion», εστιάζει σε 50 ιστορικά κομμάτια από τη συλλογή του που είναι πολύ εύθραυστα για να φορεθούν ξανά. Μέχρι στιγμής, είμαστε στο κλίμα της λεγόμενης υψηλής ραπτικής. Όμως, ενώ ο ενδυματολογικός κώδικας για το Gala ακολουθεί την ίδια λογική, εμπνέεται επίσης από μια απίθανη πηγή: οι καλεσμένοι καλούνται να πάρουν το προβάδισμα από το «The Garden of Time», ένα διήγημα του 1962 του J. G. Ballard. Και, αν και δεν είναι κάτι που συνδέουμε συχνά με το έργο του, ο Ballard πήρε τη μόδα στα σοβαρά. Στην αυτοβιογραφία του, Miracles of Life, ο Μπάλαρντ επαίνεσε την κοινωνική επανάσταση της δεκαετίας του ’60 για, μεταξύ άλλων, «τη χρήση της μόδας ως πολιτικού όπλου» (καθώς και για «τις νεανικές λατρείες και την κουλτούρα των ναρκωτικών»).

Το προφανές σημείο έναρξης είναι η ίδια η ιστορία. Ο «Κήπος του Χρόνου» μας παρουσιάζει ένα αριστοκρατικό ζευγάρι, τον Κόμη Άξελ και τη σύζυγό του την Κοντέσα, να ζουν μια ζωή πολυτελούς αναψυχής σε μια όμορφη βίλα με κήπους σε αναβαθμίδες κοντά σε μια λίμνη. Ενώ περνούν τις μέρες τους στη βιβλιοθήκη ή στο σαλόνι, διαβάζοντας σπάνιους τόμους και παίζοντας Μπαχ στο τσέμπαλο, ένας όχλος πλησιάζει στην πεδιάδα πέρα ​​από τους χαμηλούς τοίχους του κήπου: «ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, διάσπαρτοι με λίγους στρατιώτες με κουρελιασμένες στολές, που πιέζουν μπροστά σε μια αποδιοργανωμένη παλίρροια». Το πόσο επίκαιρο είναι ως παραβολή για τη σύγχρονη εποχή, είναι μάλλον περιττό να αναφερθεί. Καθώς μέρη του πλανήτη γίνονται ακατοίκητα και η μετακίνηση ανθρώπων σε όλο τον κόσμο προκαλεί νέες συγκρούσεις, οι υπερπλούσιοι υποχωρούν αισθητά σε νησιά, κλειστές κοινότητες και πολυτελείς βίλες.

«Οι σχεδιαστές μόδας είναι δικτάτορες του γούστου.»
Karl Lagerfeld

Πέρα όμως από την επίδραση των κοινωνικών φαινομένων και, ιδιαίτερα, της νεολαίας, η μετατροπή της μόδας σε καθαρά καλλιτεχνικό είδος σχετίστηκε, αναπόφευκτα, με την Πασαρέλα, το ίδιο αλληλένδετα, όσο η μοντέρνα και η σύγχρονη τέχνη με την γκαλερί.

Η πασαρέλα μετεξελίχτηκε από ένα μέσο για να προβάλλεις τα ρούχα σε αυτοτελή διαδικασία. Πολύ μακριά πλέον από μια προθήκη ενός προϊόντος, είναι πλέον η κύρια διαδικασία που θα καθιερώσει τη φίρμα. Ίσως κάτι όχι πολύ διαφορετικό από αυτό που συνέβη με τις πρωτοκλασάτες γκαλερί της Νέας Υόρκης, κυρίως. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το ίδιο το σόου δεν διαρκεί περισσότερο από 20 λεπτά. Για τους πετυχημένους σχεδιαστές (όπως ίσως και για τους επιτυχημένους ποπ σταρς ή εικαστικούς) η δυσκολία είναι να ανανεώνονται συνεχώς, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν με ένα ολοένα νεότερο κοινό, χωρίς, παράλληλα να αποξενώνουν τους παλιούς πελάτες τους. Είναι μια επικίνδυνη ισορροπία.

Αυτή η δυσκολία φάνηκε έντονα στην υψηλή ραπτική τη δεκαετία του ’60. Παρά την ευφυΐα και την καινοτόμα σκέψη του Yves Saint Laurent, για τη μετά τον Μάη του ’68 γενιά, η υψηλή ραπτική ήταν πλέον ένας σνομπίστικος αναχρονισμός. Χρειάστηκε μια γενιά σχεδιαστών πρετ-α-πορτέ, ο Armani στην Ευρώπη, ο Ralph Lauren στις Η.Π.Α., που ξεκίνησαν την καριέρα τους στη μαζική βιομηχανία, ώστε να αναπροσδιοριστεί το είδος. Τα τελευταία χρόνια οι νέοι πελάτες της ακριβής μόδας έρχονται από τις χώρες του Περσικού Κόλπου και, πιο πρόσφατα, τη Ρωσία.

Τα Μουσεία, η Μόδα, η Πασαρέλα, στο τέλος της ημέρας μοιάζουν με δευτερεύοντα υποπροϊόντα ενός πολύ πιο σημαντικού σύμπαντος: Του Πλούτου και της Διασημότητας. Το Αμερικανικό Όνειρο, η ιδέα ότι ο καθένας μας μέσα από σκληρή δουλειά μπορεί να γίνει πλούσιος και διάσημος έτσι ώστε να ξεχωρίσει από τις ανώνυμες μάζες, παρ’ όλα αυτά μοιάζει σήμερα λιγότερο πιστευτό από ποτέ. Η τελευταία εκδοχή της ταινίας Α Star is Born, είναι ουσιαστικά ένα μεταφορικό αυτοπορτρέτο της πρωταγωνίστριάς της, Lady Gaga, για τη διασημότητα.

H ίδια η Lady Gaga είναι ένα καλό παράδειγμα για το πόσο η έννοια της διασημότητας έχει μεταλλαχτεί τα τελευταία τριάντα χρόνια. Η έσχατη των μεγάλων ποπ σταρ, ουσιαστικά επανεφευρίσκει όχι μόνον την εικόνα της, αλλά το ίδιο της το καλλιτεχνικό προϊόν, κάθε μερικά χρόνια, αν όχι κάθε μερικούς μήνες… Η αγωνία να μηδενίζει το κοντέρ αέναα ώστε να ζει και ξαναζεί στο διηνεκές τα 15 λεπτά επιτυχίας είναι τόσο εμφανής, ώστε να οδηγεί και εμάς να αναθεωρούμε συνεχώς όλες τις συνιστώσες του φαινομένου…

Υπάρχει όμως και η πιο μόνιμη διασημότητα, οι ελίτ, όπως οι βασιλείς και εστεμμένοι (ή πρώην εστεμμένοι), οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι που, ταυτόχρονα, διεκδικούν και τη διασημότητα με τις βίλες τους, τις πολιτικές απόψεις τους ή τα έργα τέχνης τους, όπως το ζεύγος Βαρουφάκη-Στράτου. Όλοι αυτοί ξοδεύουν τουλάχιστον όσο χρόνο για να είναι ορατοί, όσο για να κάνουν τη δουλειά τους. Σήμερα η διασημότητα εμποδίζει σχεδόν κάθε απόλαυση ή ανάλυση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Σε μια εποχή που έχουμε όλο και λιγότερα (αν όχι κανένα) κριτήρια για να αξιολογήσουμε το έργο τέχνης, η επίφαση της διασημότητας έρχεται να θολώσει ολοκληρωτικά το βλέμμα μας.

Είναι η ιστορική διάκριση μεταξύ ελάχιστων Απίστευτα Πλούσιων και Διάσημων ανθρώπων από τη μια, και τεράστιων μαζών ανθρώπων με σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα; Είναι απλώς το κακό timing όταν η διεθνής, και προσφάτως και απρόσμενα, η αμερικανική κοινή γνώμη ευαισθητοποιήθηκε για την ανθρωπιστική τραγωδία της Γάζας; Ίσως είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: η μόνιμη και αναπόσπαστη σύνδεση του Πολιτισμού με τον Πλούτο, τη Διασημότητα, τους Ισχυρούς και τους Ολιγάρχες ή έστω την κομματική διαφθορά των Κυβερνήσεων.

Είμαστε ήδη αρκετά βαθιά στον 21ο αιώνα και ίσως πρέπει να αναθεωρήσουμε αυτό το Κάστρο που χτίσαμε, ενισχύοντάς το με κάθε λογής ακαδημαϊκή και θεσμική υποστήριξη. Τι πρέπει να κάνουμε όμως όταν αυτό το Κάστρο έχει πάρει πλέον μια σήμανση εξαιρετικά ενοχλητική και καταπιεστική; Όπως γράφτηκε στη βρετανική εφημερίδα Guardian: Σε αντίθετη περίπτωση, ίσως το θέμα του Met Gala του επόμενου έτους θα μπορούσε να είναι το καθοριστικό μιμίδιο που δημιούργησε η Kourtney Kardashian, πίσω σε ένα παλιό επεισόδιο του ριάλιτι τους, όταν η αδερφή της Kim ήταν σε υστερία για την απώλεια ενός σκουλαρικιού με διαμάντια αξίας 75.000 δολαρίων στη θάλασσα. Όπως το έθεσε η Kourtney, τόσο σωστά όσο και κατά κάποιο τρόπο εντελώς λανθασμένα: «Kim, υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν…» Αλλά στο τέλος το βασικό ερώτημα παραμένει: για πόσο καιρό θα μπορέσουν να κρατήσουν τις ορδές στην άλλη πλευρά του τοίχου του Κήπου;

Θανάσης Μουτσόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης, Σχολή Αρχιτεκτόνων, ΕΜΠ.