1. Από τον Μιχάλη Καφαντάρη //

* Στη μνήμη του Νίκου Τριανταφυλλίδη

 

Αν υπήρξες και εσύ ένα από αυτά τα αλλόκοτα παιδιά που κάθε φορά που αντίκριζε τα γκρι-μπλε βεραμάν πλακάκια της Βικτώριας ήθελε να τα ξεκολλήσει και να τα φάει, που ανακάτεψε το αίμα του με το φτηνό μελάνι της Παραλογοτεχνίας και που – είναι σίγουρο – έστω για μια φορά, έφτιαξε με το κεφάλι του, φανταστικούς διαλόγους με τον Έλβις, τότε εσύ και εγώ ανήκουμε στην ίδια φυλή ανθρώπων που από νωρίς καταλάβαμε πως θα ζήσουμε σε έναν εχθρικό για το είδος μας Κόσμο που διατηρεί μόνιμα κάποιες επιφυλάξεις για τους ονειροπαρμένους, τις ιστορίες με φαντάσματα και αυτούς που στα καλά καθούμενα ξεκολλάνε πλακάκια και τα τρώνε.

Είσαι και εσύ, σαν και μένα, ένας από αυτούς που κατέφυγαν σε μια ψευδαίσθηση φτιαγμένη από μουσική, ταχυπαλμία και μυρωδιά αποβάθρας υπόγειου σταθμού.

Γι’ αυτό ξέρω πολύ καλά πως άλλαξε για πάντα η ζωή σου, όταν άκουσες για πρώτη φορά την τελευταία ελεύθερη κραυγή του Έλβις στο “Μύστερυ Τρέιν”. Το ίδιο άλλαξε και εμένα.

aa-0053-revista-erotica-lucifera-para-adultos-espana-postfranquismo-erotismo

Ξέρω επίσης ακριβώς τι ένιωσες όταν είδες για πρώτη φορά τα εξώφυλλα με κάτι βιβλιαράκια τσέπης κρεμασμένα πίσω από το περίπτερο, κιτρινιάρικα και άρρωστα κάτω από το φως της μπαγιονέτ, γεμάτα ιστορίες φτηνού τρόμου με σατανικές οργανώσεις, μέντιουμ- φακίρηδες, κάτι δαιμονικές τύπισσες ξέρω γω, που τις βλέπει ο άλλος κάθε βράδυ στον ύπνο του και τελικά τις συναντάει στο λούνα-παρκ. Ξέρω ότι μετά από αυτό, όπως και εγώ, άρχισες να έχεις πάρε-δώσε με φαντάσματα και να γουστάρεις.

Και φυσικά ξέρω μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τι έπαθες όταν κατέβηκες πρώτη φορά τα σκαλιά του υπόγειου σταθμού στη Βικτώρια. Ένιωσες και εσύ πως βρέθηκες ξαφνικά στο ένα, μοναδικό και αδιαμφισβήτητο, σκοτεινό μουνί αυτής της πόλης, μια κοιτίδα από γκρι-μπλε-βεραμάν πλακάκι που γεννούσε πάντα και χάριζε, μύθους ψυχρούς και υπερβατικούς όπως το βεραμάν χρώμα, αλλά εύθραυστους όπως τα πλακάκια.

web-elvis-rex

Δεν χρειάζεται καν να μου απαντήσεις, ξέρω τι σου λέω, από ροκ και ρολλ, φαντάσματα και γκρι-μπλε-βεραμάν πλακάκια της Βικτώριας είναι φτιαγμένο για ανθρώπους σαν και εμάς, το άβατο της προσωπικής μας θρησκείας, απόλυτης όπως η φωνή του Έλβις, μια θρησκεία γλυκού τρόμου, ψυχρή, υπερβατική και εύθραυστη.

Αυτό που θα σου διηγηθώ λοιπόν, μόνο εσύ θα το καταλάβεις και θα το πιστέψεις, όπως θα το καταλάβαινα και θα το πίστευα και εγώ, στον λόγο μου ρε, άμα το άκουγα από εσένα.

Περίμενα λοιπόν κάποτε χωρίς εισιτήριο, ως συνήθως, να περάσει το τελευταίο τρένο στην υπόγεια αποβάθρα της Βικτώριας. Κοίταζα τα φώτα να χάνονται στο βάθος. Το τρένο πουθενά. Βαριόμουν και μάλλον αυτό ήταν που με έκανε, έτσι ξαφνικά, να πηδήξω από την αποβάθρα και να χωθώ στο τούνελ ακολουθώντας τις γραμμές. Περπάτησα μέσα στο σκοτάδι και ήδη είχα αρχίσει να μετανιώνω, αλλά δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη μετάνοια, γιατί στο μεταξύ βρέθηκα στην κεντρική αίθουσα ενός μυστικού τεράστιου ναού με ασπρόμαυρο κινηματογραφικό φωτισμό της δεκαετίας του ’40, τους ξέρεις μωρέ ποιους λέω. Τότε άκουσα από μακριά τις βαρύτονες και μακρόσυρτες ψαλμωδίες μάλλον σατανικών οπαδών κάποιας διαβολικής θεότητας – από αυτές τις μουνάρες με κάτι ωραία μπούτια αλλά από εκεί και πάνω με έξι χέρια, τρία μάτια και τρέχα γύρευε πόσα αυτιά. Όλοι τους, με πυρσούς και λευκές κουκούλες, πλησίαζαν τον χρυσό βωμό στη μέση του ναού. Μόλις που πρόλαβα να κρυφτώ πίσω από κάτι τεράστιες κολώνες που δεν ανήκουν σε κανέναν επιβεβαιωμένο αρχιτεκτονικό ρυθμό. Και από εκεί πίσω τι να δω. Τους σατανικούς οπαδούς να δένουν με αλυσίδες πάνω στον βωμό έναν χοντρό τύπο με μαύρα μαλλιά που του έχουν φορέσει και αυτουνού ένα άσπρο κοστούμι με κρόσσια.

Μετά, ο αρχιερέας είπε κάτι τελετουργικά μπουρλουμπούρλου και μετά όλοι μαζί έφυγαν πάλι με τις ίδιες ψαλμωδίες.

mystery trainfrag

Πάω πιο κοντά να δω τον χοντρό, μένω κάγκελο:

– Έλβις, εσύ είσαι?

-Ποιος είναι εκεί ?

-Δεν με ξέρεις…

-Εσύ δηλαδή με ξέρεις εμένα?

-Μα καλά, ρωτάς ?

– Σώσε με ρε φίλε, με δέσανε εδώ να σαπίσω …

Προσπαθώ να του βγάλω τις αλυσίδες, δεν βγαίνουν με τίποτα οι καριόλες.

– Δεν μπορώ να τις σπάσω ρε Έλβις … είναι και που πίνω και καπνίζω από τα 15, τι να πω …

– Γιατί, τώρα πόσο είσαι?

-Δεκαπέντε μισό.

– Ρε άσε τις μαλακίες, βάλε τα δυνατά σου, σε λίγο θα περάσει το τρένο…

-Ποιο τρέίνο

-Ε ποιο τρένο? Το Μύστερυ Τρέιν, το τρένο φάντασμα, αυτό που κουβαλάει την τελευταία ελεύθερη κραυγή μου. To έχεις ακούσει …

-Ναι αμέ. Αυτό άκουσα και έγινα ροκαμπιλάς.

– Γαμώ τα τραγούδια, δεν μπορείς να πεις, το ηχογράφησα στην Σαν Ρέκορντς το ’55 αλλά μετά με βούτηξαν οι πολυεθνικές και πάπαλα. Είναι μοναδικό τραγούδι. Είχα έναν κιθαρίστα που λες, τον Σκόττυ, πολύ πατέντα ο πούστης. Πήρε ένα ριφ του 1953, δανεικό από τον Φλόιντ Μέρφυ, εκείνη τη μέρα και το έπαιξε με μια Gibson 295 και πειραγμένο “σλαπ-μπακ” με βάση το ίδιο έκο που χρησιμοποιήθηκε το ’47 στο “σίξτιν τόνς” του Μερλ Τράβις. Έγινε χαμός στο στούντιο, όταν τραγούδησα, έριξα και αυτή την κραυγή που σου λέω στο τέλος από τη χαρά μου και την αφήσαμε μέσα στην ηχογράφηση. Κατοχυρώναμε τη συνταγή του ροκ και ρολλ εκείνη τη μέρα, με πιάνεις? Πού να ξέρα ο μαλάκας μετά… Μα δεν μπορεί να μην έχεις ακούσει το τραγούδι… Τι σκατά ροκαμπιλάς είσαι ρε άμα δεν ξέρεις αυτό το τραγούδι?

– Μα τι λες, αφού στο είπα πριν… και βέβαια το ξέρω.

-Μου το πες?… α, ναι, έχεις δίκιο, μου το πες. Συγχώρα με ρε Γάτε, είναι κάτι βαρβιτουρικά που παίρνω τώρα τελευταία και με έχουν τσακίσει. “Ξεχνάω να θυμηθώ να ξεχάσω” που λέει και το άλλο μου τραγούδι άμα γυρίσεις το 45αρι του Μύστερυ Τρέιν στη δεύτερη πλευρά. Χαχα … χα … μαλακία το αστείο που είπα, δεν είμαι πια καλός σ’ αυτά το ξέρω, κάποτε τους έκανα όλους να χέζονται από τα γέλια. Μη με βλέπεις έτσι μαλάκα τώρα, ήμουν εντάξει τύπος κάποτε. Και όχι κανας φλώρος. Είμαι από τον Νότο ρε. Ξέρεις ρε τι είναι Νότος? Φτώχεια μιλάμε, σπίτι παίζαμε ξύλο για ένα καλαμπόκι. Άντε, κάνε μια προσπάθεια μπας και ελευθερωθώ. Τώρα που θα έρθει το τρένο, θα πηδήξω απάνω και δεν θα ξανακατέβω. Δεν την πατάω αυτή τη φορά.

-Έλβις για μένα είσαι ο Βασιλιάς, θέλω να το ξέρεις.

-Δεν είμαι πια ρε Γάτε, κατέβηκα νωρίς από το Τρένο, με πιάνεις?

-Είσαι και θα είσαι, ρε φίλε.

– Παπάρια. Στην καλύτερη να λένε, “ήταν ένας μπουχέσας 300 κιλά που τραγούδαγε σε τουρίστες στη Χαβάη”. Τ’ ακούς ρε φίλε … Μπουχέσας εγώ? Το θεϊκό βλαχάκι που άλλαξε σε μια νύχτα τη μουσική για πάντα.

– Όχι ρε, μη λες τέτοια. Είμαι και εγώ εδώ. Θα σε ελευθερώσω, θα δεις …

Και τότε ο ‘Ελβις ρίχνει ξαφνικά ένα χαμογελάκι

– Μ’ αγαπάς ρε μαλάκα, αλήθεια.

Και ξέρεις τι κάνει μετά? Ελευθερώνεται μόνος του από τις αλυσίδες και από χοντρός και νυσταγμένος, κάνει μια στροφή γύρω από τον εαυτό του και εμφανίζεται μπροστά μου, όρθιος και φωσφόριζε, ντυμένος στα πέτσινα όπως στο 68 καμπακ σπέσιαλ. Χέστηκα απάνω μου, δεν ντρέπομαι να στο πω. Και εσύ θα χεζόσουν.

– Έτσι το έκανα για να σε δοκιμάσω. Παραμύθι ήταν όλα. Τσίρκο. Καμιά αλυσίδα δεν μπορεί να με φυλακίσει πια. Με πιάνεις?

Και πριν του δώσω απάντηση, ένα διάφανο μυστήριο τρένο, βγαίνει από το βάθος και σταματάει δίπλα του σαν υπάκουο άλογο. Ο Έλβις ανεβαίνει στη θέση του μηχανοδηγού, βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και μου σφίγγει το χέρι.

-Θα σου ’λεγα να ανέβεις, αλλά δεν είναι η ώρα σου ακόμα, μου είπε. Θα ξαναβρεθούμε άλλη φορά.

– ‘Ελβις πριν να φύγεις, πες μου ρε … Να ελπίζω δηλαδή ? … Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο?

Και τότε ο Ελβις μού κάνει νόημα να πλησιάσω και μου ψιθυρίζει στ’ αυτί…

– Υπάρχει θάνατος μετά τον Έλβις?