
Κώστας Β. Ζήσης
Ο Ευριπίδης την Ελένη την περνάει «γενεές δεκατέσσερις» σε όλες τις τραγωδίες του. Στην «Ανδρομάχη», στις «Τρωάδες», στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»… Στην «Ελένη» του, αντίθετα την δικαιώνει και την αποκαθιστά. Γράφει το έργο πατώντας στα χνάρια του Στησίχορου, ο οποίος είχε γράψει αρχικά μιαν Ωδή που κατηγορούσε την Ελένη, και σύμφωνα με την παράδοση τιμωρήθηκε με τύφλωση από την ίδια που είχε πια γίνει Θεά, για να γράψει εκ νέου την «Πάλιν Ωδή» (εξού και η λέξη παλινωδία) που την εξευμένιζε και έτσι ξαναβρήκε το φως του.
•Η «Ελένη» του Ευριπίδη μια παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος σε μετάφραση Παντελή Μπουκάλα και σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, θα παιχτεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την Παρασκευή 12 και το Σάββατο 13 Αυγούστου 2022, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2022.
Κάτω από αυτήν τη συνθήκη ο ευρηματικός Ευριπίδης, δε θα μπορούσε να διδάξει μια συνηθισμένη τραγωδία, με το παραδοσιακό υφολογικό σχήμα. Αυτό το ανατρεπτικό θέμα, έπρεπε να παρουσιαστεί το ίδιο ανατρεπτικά, πόσο μάλλον όταν η αφορμή και η αιτία αυτής της μετατροπής στάσης απέναντι στην Ελένη, δεν είχε αφετηρία της την υπεράσπιση της υστεροφημίας της, όπως φαινομενικά απεικονίζεται. Βρισκόμαστε στο 412 πΧ, η συντριβή των Αθηναίων στη Σικελία είναι ήδη γεγονός (413 πΧ) και ο Ευριπίδης, με πρόσχημα το είδωλο της Ελένης για το οποίο πολέμησαν οι Έλληνες στην Τροία, ενώ η πραγματική Ελένη βρισκόταν στην Αίγυπτο, καταγγέλλει με σαρκαστικούς υπαινιγμούς την επεκτατική πολιτική της Αθηναϊκής δημοκρατίας, που σύντομα θα διαφανεί η ματαιότητά της και τα ολέθρια αποτελέσματά της. Η καταστροφή στην Μεγάλη Ελλάδα, φωνάζει ο Ευριπίδης, είναι μόνο η αρχή. Έτσι επιλέγει, ένα σχήμα τραγωδίας, βασισμένο στη «μη τραγωδία»: ενώ ορίζεται πράγματι ως τραγωδία που έχει στον πυρήνα της την ανάδειξη της Θεϊκής πλεκτάνης επάνω στους ανθρώπους και την εντέλει αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των Θεών, ο Ευριπίδης προσθέτει έντονα κωμικά στοιχεία και σχήματα που τείνουν μάλιστα να κυριαρχήσουν, αποφασίζοντας να μιλήσει με σαρκαστικό τρόπο για τα τραγικά συμβάντα και επερχόμενα. Η λύση της τραγωδίας επίσης δεν είναι τραγική, η Ελένη δραπετεύει από την Αίγυπτο με τον Μενέλαο (κατα τον ίδιο τρόπο που δραπετεύουν από την Ταυρίδα, η Ιφιγένεια με τον Ορέστη, «παλιό το κόλπο» θα μας πει ο Μενέλαος) θέλοντας να δείξει πως ο δρόμος της ευημερίας περνάει μόνο μέσα από την Αλήθεια και τη ρεαλιστική πρόσληψη της πραγματικότητας.
Και εδώ, ακριβώς, σε αυτό τον στόχο της συνείδησης της πραγματικότητας, χτίζεται ολόκληρη ευρηματική δραματουργία του πανούργου Ευριπίδη στην αμφίσημη αυτή τραγωδία, με τις αντιθέσεις και τα εξίσου αμφίσημα επιμέρους ιδεολογικά στοιχεία της. Στήνει ένα παιχνίδι βασισμένο στο πρόσωπο χωρίς όνομα και το όνομα χωρίς πρόσωπο (να τονίσουμε εδώ ότι πουθενά αλλού σε αρχαία τραγωδία δεν αναφέρεται τόσες φορές η λέξη «όνομα»), εντάσσοντας είδωλα και πρόσωπα σε πολιτικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις, και διαχωρίζοντας το «είναι» και το «φαίνεσθαι». Το εντυπωσιακό, είναι ότι με το έργο του αυτό, με την τεχνική και την πλοκή του, εγκαινιάζει μια εισαγωγή στο θεατρικό είδος της φάρσας (γιατί τι άλλο είναι η για παράδειγμα η σκηνή της συνάντησης Ελένης και Μενέλαου;), και του θεάτρου του παραλόγου ενώ παρακολουθώντας το έργο αναπόφευκτα σου έρχεται στο μυαλό πως ολόκληρη σχεδόν η δραματουργία του Λουίτζι Πιραντέλο, εδώ ακριβώς πρέπει να έχει τις ρίζες της.
Η βάσανος που ταλανίζει κάθε σκηνοθέτη που επιχειρεί το ανέβασμα αυτού του έργου είναι αν και πως θα καταφέρει να εξισορροπήσει τα φαρσικά με τα τραγικά στοιχεία του έργου, πως θα ελέγξει αυτήν την λεπτή τριχιά που τα κρατάει σε συνοχή και που πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταρρεύσουν όλα μαζί δημιουργώντας «πλίνθους τε και κεράμους». Ο έμπειρος και γνώστης (και εξίσου πανούργος θεατρικά, θα πρόσθετα) Βασίλης Παπαβασιλείου, έκοψε σαν γόρδιο δεσμό αυτό το πρόβλημα, επιλέγοντας να ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι σε αυτήν την αμφισημότητα του έργου, σε μια πλήρη επικοινωνία με τους σαρκαστικούς χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Ευριπίδης. Έτσι, στήνει μια παράσταση στα όρια της μπουφονικής φάρσας και μάλιστα εισάγοντας μια κοινή υποκριτική γραμμή στους ηθοποιούς του, που έρχεται και κουμπώνει απόλυτα με το πνεύμα και τους σκοπούς του συγγραφέα: η υποκριτική «προσποίηση» που χαρακτηρίζει όλες τις ερμηνείες, έρχεται να καταδείξει ακριβώς αυτές τις αμφισημίες που προαναφέρθηκαν, και να ορίσει σκηνικά με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτά τα περίφημα «είναι» και «φαίνεσθαι». Και εδώ έρχεσαι και θαυμάζεις τη μαεστρία του, γιατί όλα στην παράσταση συντελούνται γλυκά, κομψά και με μια υπέροχη αισθητική, που ξέρει πως πρέπει να είναι κάτι αστείο χωρίς να μετατραπεί σε καφρίλα, πόσο διαρκεί ένα αστείο για να μην γίνει κοινοτοπία, πόση λάμψη πρέπει να έχει ένα κοστούμι για να μην γίνει κακόγουστο κλπ κλπ.
Ένα υπέροχο σκηνικό από μινιατούρες πυραμίδες και φοίνικες , που αφήνει χώρο άπλετο και ανάσα στους υποκριτές, κοστούμια με μεταλλικές αποχρώσεις εξαιρετικά μετρημένα που δεν επιβάλλονται και δυναστεύουν αλλά υπογραμμίζουν τους χαρακτήρες, όλα έμπνευσης και καλαισθησίας από τον Άγγελο Μέντη, μουσική σε ανατολίτικους ρυθμούς του Άγγελου Τριανταφύλλου αλλά με σύγχρονο αέρα στις ενορχηστρώσεις από τον Γιώργο Δούσο, και η αιθέρια διδασκαλία της κίνησης και χορογραφίας από τον Δημήτρη Σωτηρίου, η οργανωμένη φωνητικά και κινησιολογικά αποτύπωση των χορικών με έκφραση και χάρη, δημιουργούν ένα ευφυέστατο σύνολο παρωδίας μελοδράματος. Ακόμα και η επιλογή στίχων-τσιτάτων από δημοφιλή λαϊκά άσματα, έρχεται να τονίσει ακριβώς αυτήν την επιλογή, της καταγγελίας της comme il faut τέχνης και του υποκριτικού καθωσπρεπισμού, σε μια εξισορροπημένη δραματουργική επεξεργασία της Νικολέτας Φιλόσογλου. Και βέβαια, όλα αυτά συμβαίνουν στην λαλίστατη και γάργαρη με εύστοχες διαχρονικές προσθήκες (όπως πχ η προσθήκη των στίχων από την Ελένη του Σεφέρη), μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα, που δίνει το ρυθμό σε μια παράσταση που σφύζει από δράση, συναισθήματα, ένταση και ιδέες. Με μια λέξη σε μια παράσταση που σφύζει από ζωή κυριολεκτικά και ουσιαστικά. Σε πλήρη επικοινωνία με το ύφος, αυτής της γιορτής της ζωής είναι και τα φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου.
Όμορφη και γοητευτική η Έμιλυ Κολιανδρή, κάπως σφιγμένη αρχικά, βρίσκει τελικά το ρυθμό της, μέσα στην καπατσοσύνη και την «τσαχπινιά» της Ελένης, χτίζοντας το πρότυπο της «αιώνιας γυναίκας» με όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά χαρακτηριστικά που της αποδίδονται. Ο Θέμης Πάνου ζωγραφίζει τον θρασύδειλο Μενέλαο καταρρίπτοντας συλλήβδην όλα τα ηρωικά πρότυπα του απόλυτου αρσενικού μέσα στην γύμνια του. Απολαυστικός ο Δημήτρης Μορφακίδης ως Τεύκρος, ο οποίος κλείνει πονηρά το μάτι στην στομφώδη υπόκριση των τραγικών ηρώων, η γερόντισσα της Έφης Σταμούλη ρηξικέλευθη και ανατρεπτική με θαυμάσια άρθρωση, με εξαιρετικό μέτρο στο πλάσιμο του χαρακτήρα του Θεοκλύμενου ο Γιώργος Καύκας, βάζει ιδιαίτερη προσωπική σφραγίδα και αποτύπωμα στον ρόλο. Επιτυχημένος ο Αγγελιαφόρος του Δημήτρη Κολοβού, ενώ ο Αιγύπτιος Αγγελιαφόρος του Άγγελου Μπούρα, ισορροπεί στα όρια του απόλυτου ανάμεσα στο τραγικό και στο κωμικό και είναι ακριβώς αυτός που συγκεντρώνει στο πρόσωπο και την ξεκάθαρη αφήγησή του όλο το πνεύμα του Ευρυπίδιου αυτού δράματος. Αρκούντως καυστικός ο Θεράπων του Παναγιώτη Παπαϊωάννου, ενώ σε σπιντάτα αστεράκια της trance μετατρέπονται οι διόσκουροι των Νικόλα Μαραγκόπουλου και Ορέστη Παλιαδέλη. Τελευταία αφήνω την πάντα σαρωτική υποκριτικά Αγορίτσα Οικονόμου, που δεν βρίσκεται απλά μέσα σε όποιον ρόλο της έχει ανατεθεί. Εκμεταλλεύεται εξαντλητικά την ευρεία υποκριτική γκάμα της, χωρίς ίχνος μανιέρας και επανάληψης. Η Θεονόη της, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ερμηνευτικής μελέτης, και θεατρικός τύπος που θα είχε άνετα τη δυνατότητα να διαπρέψει αυτόνομα και εκτός παράστασης.
Ο χορός αποτελούμενος από τις Νεφέλη Ανθοπούλου, Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Λουκία Βασιλείου, Μομώ Βλάχου, Ελένη Γιαννούση, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Νατάσα Δαλιάκα, Χρύσα Ζαφειριάδου, Σοφία Καλεμκερίδου, Αίγλη Κατσίκη, Άννα Κυριακίδου, Κατερίνα Πλεξίδα, Μαριάννα Πουρέγκα, Φωτεινή Τιμοθέου, Χρύσα Τουμανίδου, αυτές οι θαυμάσιες λαϊκές Σουσούδες με τα τουρμπάνια, τις ρόμπες και τα πασούμια που μεταπλάθονται σε εξωτικές λουόμενες, καταλαμβάνουν στην κυριολεξία ψυχή τε και πνεύματι ολόκληρη τη σκηνή, παίζουν, τραγουδούν, χορεύουν, και επεμβαίνουν σκωπτικά ανακαλώντας μια χαμένη επιθεωρησιακή αίγλη. Έξοχες!
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου, με την παράστασή του αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο εύσχημο τρόπο την ιδιότητα του Δασκάλου. Η εύστοχη αυτή σκηνική ανάγνωσή του πάνω σε αυτό το «δράμα σκοπιμότητας» όπως έχει χαρακτηριστεί του Ευριπίδη, οφείλεται κατά την γνώμη μου αποκλειστικά και μόνο στη δυνατότητα που έχει να επικοινωνεί με δηκτικό σύγχρονο τρόπο με το περιεχόμενο και την ουσία του δράματος . Και σε κάτι άλλο, που το κατέχει και το γνωρίζει πολύ καλά: να τα πραγματώνει στη σκηνή όλα οικεία και γνώριμα αλλά καθόλου απλουστευμένα και ισοπεδωτικά. Ακόμα και τα λαϊκά πανηγύρια (βλ. σκηνή αναγνώρισης Ελένης-Μενέλαου) ή τα φολκλορικά οριεντάλ. Με λίγα λόγια, είδαμε την παράσταση του φετινού καλοκαιριού, η οποία δυστυχώς δεν κατάφερε να βρεθεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, λόγω των πυρκαγιών (η οποία θα ανοίξει όπως ανακοινώθηκε τα Επιδαύρεια του χρόνου).
Υγ. Είδα την παράσταση στο Θέατρο Βράχων. Είναι ίσως το μοναδικό θέατρο στην Ελλάδα που δεν τηρεί απολύτως κανένα μέτρο προστασίας για την πανδημία, στοιβάζοντας τον κόσμο ανεξέλεγκτα στις κερκίδες, χωρίς κανένα έλεγχο για μάσκες, χωρίς παροχή αντισηπτικών. Είναι απολύτως λογικά τα αυθόρμητα ξεκαρδιστικά γέλια που ξέσπασαν από το κοινό στο άκουσμα του προηχογραφημένου μηνύματος που ακούγεται, ότι «οι παραστάσεις διεξάγονται τηρώντας απαρέγκλιτα όλα τα προστατευτικά μέτρα»!
- Διαβάστε ΕΔΩ την κριτική για την παράσταση «Άλκηστη» του Ευριπίδη από τον Johan Simons στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
- Διαβάστε ΕΔΩ την κριτική για την παράσταση «Μήδεια» του Μποστ σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού από το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
- Διαβάστε ΕΔΩ την κριτική για την παράσταση «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Δημητρη Καραντζά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
- Διαβάστε ΕΔΩ την κριτική για την παράσταση «Αγαμέμνων» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Ούλριχ Ράσε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
- Διαβάστε ΕΔΩ την κριτική για την παράσταση «Αίας» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Αργύρη Ξάφη από το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
- Διαβάστε ΕΔΩ την κριτική για την παράσταση «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου









